«(...) Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο. / Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο. (...)»
Προμετωπίδα οι παραπάνω στίχοι από το συγκλονιστικό έργο «Καπνισμένο Τσουκάλι» του Γιάννη Ρίτσου,βραβευμένου με το Διεθνές Βραβείο Λένιν (1977) για το συνολικό του έργο ως ποιητή και κοινωνικού παράγοντα, όπως αναγράφεται επάνω στο βραβείο, ενώ είχε νωρίτερα προταθεί τετράκις για το Βραβείο Νόμπελ, που όπως γνωρίζουμε δεν έλαβε ποτέ, μιας που οι προτάσεις δεν πέρασαν ποτέ την πόρτα της σουηδικής Ακαδημίας, ώστε να γίνουν υποψηφιότητες.
Αλλωστε, όπως είχε πει στον «Ταχυδρόμο» (2/11/1973) δεν ενδιαφερόταν πια για το Νόμπελ, λέγοντας: «Πόσοι δεν πήραν το Νόμπελ: Ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ, ο Μαγιακόφσκυ, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκυ...».
Το «Καπνισμένο Τσουκάλι» τόνισε μουσικά ο συνθέτης μας Χρήστος Λεοντής, μετά τα γεγονότα της Νομικής της Αθήνας, τον Φλεβάρη του 1973, ενώ λίγα χρόνια πριν από σήμερα, επεξεργάστηκε ξανά το κορυφαίο του έργο, κάνοντάς το μάθημα σωστό, αντιστικτικής γραφής για σολίστες, χορωδία και πιάνο.1
Αυτό όμως που δεν είναι γνωστό ευρέως, είναι ότι ο ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος, που ακούμε στον δίσκο του Λεοντή με τον Ξυλούρη να ριγεί την ραχοκοκκαλιά μας και τον ποιητή να ξεσηκώνει τον Λαό με τη στεντόρεια φωνή του που μέσα της κρύβει τη μεγαλύτερη ένταση και δύναμη, τριάντα και βάλε χρόνια πριν «φοράει» ένα άλλο επώνυμο και, μαζί με τα πρώτα χρόνια της δημιουργικής πέννας του, βγάζει «φτερά» στα πόδια και γίνεται «ωκύπους», ένα επίθετο που ταιριάζει καλύτερα στον Οιδίποδα, δηλ. γοργοπόδαρος, ταχύς στα πόδια, μιας που έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας, βρίσκοντας την απάντηση, τον «άνθρωπο», που όταν είναι μικρός είναι γρήγορος στα πόδια, ενώ όταν γεράσει, πάει αργά.
Και να, λοιπόν, που ο Γιάννης Ρίτσος είναι «ωκύπους», φτερωτός στα πόδια, χορευτής του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με ονοματεπώνυμο Ιωάννης (Ι.) ή Γιάννης (Γ.) Βάμβας.
Με την ίδρυση της Λυρικής Σκηνής (ΛΣ) του Βασιλικού Θεάτρου Ελλάδος στα 1939, ο Ι. Βάμβας είναι ιδρυτικό μέλος της.
Από τα 1940 λαμβάνει μέρος έως τα 1944 σε δεκάδες παραστάσεις του Μπαλέτου, ως μέλος του «corps de ballet» (δηλ. «σώμα του μπαλέτου») ή σόλο, σε αρκετά έργα που ανέβηκαν, όπως τη «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους υιού, τον «Βοκάκκιο» του Σουππέ και την «Εύθυμη Χήρα» του Λέχαρ. Μια άγνωστη πλευρά του χιλιοτραγουδισμένου ποιητή μας.
«Η Νυχτερίδα» κάνει πρεμιέρα στις 21 Αυγούστου του 1940, στο Βασιλικό Θέατρο της Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Ρενάτο Μόρντο (1894-1955), χορογραφίες Σάσα Μάχοφ (1903-1951), σκηνογραφία Κλεόβουλου Κλώνη (περ. 1900-1988) με ενδυματολόγο τον Αντώνη Φωκά (1889-1986), μετάφραση του λιμπρέτου στα ελληνικά του Αγγελου Τερζάκη (1907-1979) και δραματουργική διασκευή του έργου του Μαξ Ράινχαρντ (1873-1941), ο οποίος ως γνωστόν στη Βιέννη δημιούργησε διάσημη Σχολή με μαθητές μ.ά. και τους δικούς μας Δημήτρη Ροντήρη (1899-1981, ιδρ. του «Πειραϊκού Θεάτρου») και Φραντζέσκα Ιακωβίδου (1922-2016, κορυφαίας τραγουδίστριας και ηθοποιού - χαρακτηρίστηκε «η Ελληνίδα Εντίθ Πιάφ» - σύζ. του κομμουνιστή αγωνιστή ζωγράφου και χαράκτη Χρίστου Δαγκλή).
Η μουσική διασκευή του έργου ήταν του Κόρνγκολντ, η δ/νση της Χορωδίας της κομμουνίστριας αγωνίστριας - συζ. του κομμουνιστή μουσικολόγου και μουσικοκριτικού, Φοίβου Ανωγιαννάκη (1915-2003) - Ελλης Νικολαΐδου (1914-1994, ιδρυτικό μέλος της ΕΛΣ με παραίνεση Καλομοίρη, εξόριστης μετά σε Τρίκερι, Χίο και λοιπές ...«καλοκαιρινές διακοπές»), ενώ μαέστρος ήταν ο περίφημος Αυστριακός «σπεσιαλίστας» της βιεννέζικης οπερέτας, Βάλτερ Πφέφφερ (1897-1970), σύζ. της πρώτης χορεύτριας της ΛΣ, Ελεν Τσουκαλά - Πφέφφερ.
Στις παραστάσεις της «Νυχτερίδας» του '40, όπου το όνομα του Ιωάννη Βάμβα αναγράφεται στη θέση του, μερικοί από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές του Μελοδράματος «lacreme dela creme» (δηλ. «η αφρόκρεμα»), ήταν οι ιστορικοί πια καλλιτέχνες, υψίφωνοι Ναυσικά Γαλανού - Βουτυρά, Φραντζέσκα Νικήτα, Ζωή Βλαχοπούλου και Μαρίκα Παπαδοπούλου, οι τενόροι Μιχάλης Κορώνης και Νικόλαος Γλυνός, οι βαρύτονοι Τίτος Ξηρέλλης και Σπύρος Καλογεράς, ο μπάσος Παναγιώτης Καραβουσάνος, αλλά και οι ηθοποιοί του μουσικού θεάτρου και πρωταγωνιστές των θιάσων οπερέτας και της ΕΛΣ, Αρης Μαλλιαγρός, Δημήτρης Χορν, Χρήστος Ευθυμίου, Μαρία Αλκαίου, Καλή Καλό κ.ά.
Το έργο επαναλήφθηκε για άνω των 30 παραστάσεων, από τις 5 Μαρτίου 1940, στο Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας, με τους ίδιους ως επί το πλείστον καλλιτέχνες.
Ο Ρίτσος, ως Βάμβας πάντα, χορεύει και στις επόμενες 22 παραστάσεις, αρχής γενομένης στις 9 Δεκεμβρίου του 1940 στο Κινηματοθέατρο «Παλλάς», που φτάνουν έως τις 3 Γενάρη του '41, αλλά και στις παραστάσεις του Μάη του ίδιου έτους (σύνολο 7 παραστάσεις), ενώ στις 21 Γενάρη του '41, κάνει πρεμιέρα με τον «Βοκάκκιο» του Σουππέ, για περίπου 25 παραστάσεις έως τις 9 Μαρτίου, με ίδιο καστ ενδυματολόγου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου κ.λπ., αλλά σε μετάφραση Στ. Καστέλλη, αρχιμουσικούς τους Λεωνίδα Ζώρα και Πφέφφερ και πρωταγωνιστές ξανά το «βαρύ πυροβολικό» του μοναδικού μας Λυρικού Θεάτρου, Κορώνη, Γλυνό, Χορν, Αθανασία Μουστάκα, Ιρμα Κολάση, Ζ. Βλαχοπούλου, Ζωζώ Ρεμούνδου, μετέπειτα Πασχάλη, Παπαδοπούλου, ο θρυλικός Ευάγγελος Μαμίας, οι Βουτυρά - Γαλανού, Καλογεράς, Ξηρέλλης, Κίτσα Δαμασιώτη, Πέτρος Χοϊδάς, αλλά και οι πρώτοι χορευτές και χορεύτριες, σολίστες και «corps de ballet», Τατιάνα Βαρούτη - Μαμάκη, Σόνια Μοριάνοβα, Καλή Καλό, Ι. Βάμβας (Ρίτσος) κ.λπ.
Στον ρόλο της Βεατρίκης, στη 2η διανομή εμφανίσθηκε η νεαρή Μαριάννα Καλογεροπούλου, μετέπειτα Μαρία Κάλλας.
Μετά τις παραστάσεις του «Βοκάκκιου» του Σουππέ, ανεβαίνουν διάφορα έργα στα οποία δεν βρήκαμε τον χορευτή Ιωάννη Βάμβα, κοινώς Γιάννη Ρίτσο, να αναφέρεται ονομαστικά - μπορεί να συμμετείχε ως μέλος του «corps de ballet» - παρά μόνο μετά το εκ νέου άνοιγμά της, την Πρωταπριλιά του 1944, ως ανεξάρτητος Οργανισμός και όχι ως Τμήμα του Βασιλικού Θεάτρου, με Γενικό Διευθυντή τον συνθέτη και ιδρυτή της Εθνικής Σχολής, Μανώλη Καλομοίρη (1883-1962), όπου λίγους μήνες μετά, ο Ρίτσος, πάντα ως Βάμβας, εμφανίζεται στην «Εύθυμη Χήρα» του Λέχαρ, χορεύοντας το «Απάχικο» νούμερο με την Ελένη Παπαγιαννοπούλου.
Συμπρωταγωνιστές του, μεταξύ άλλων, είναι οι διαπρεπείς μπάσοι Χοϊδάς και Νίκος Παπαχρήστος, οι τενόροι Πέτρος Επιτροπάκης και Νίκος Ντουφεξιάδης, οι υψίφωνοι και μεσόφωνοι αντίστοιχα Βουτυρά - Γαλανού, Παπαδοπούλου, Δαμασιώτη, αλλά και Σοφία Γκρέκα, Πόπη Τζαβάρα - Τσιριγώτη (σύζ. του αντάρτη Γεωργίου Τσιριγώτη, κορυφαίου κορνίστα της Ορχήστρας της Λυρικής και της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών) και Λέλα Ζωγράφου, ο πρώτος χορευτής και χορογράφος Αγγελος Γριμάνης που με την Βαρούτη - Μαμάκη χόρεψαν την «Πόλκα», η Λιλή Μπερδέ που χόρεψε στο «Βαλς» κ.ά.
Το ίδιο έργο ξανανέβηκε και στις 15 Σεπτεμβρίου του '44, για λίγες παραστάσεις στο καλοκαιρινό Θέατρο της Κλαυθμώνος, με μαέστρο τον Ζώρα και περίπου τους ίδιους καλλιτέχνες με συμμετοχή και της Μπέλλας Σμάρω.
Σε 27 ημέρες η Αθήνα απελευθερώνεται από τα ναζιστικά στρατεύματα και στις 3 Νοεμβρίου, στα «Ολύμπια», η Εθνική, πια, Λυρική Σκηνή διοργανώνει τη «Γιορτή της Λευτεριάς» με σχεδόν όλο το καλλιτεχνικό της δυναμικό να λαμβάνει μέρος. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, όλο το πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη, επαναλαμβάνεται η συγκεκριμένη εκδήλωση στην οποία ο Ι. Βάμβας, μαζί με τους Ε. Παπαγιαννοπούλου, Λ. Μπερδέ και Δ. Πρασίνου, χορεύουν τον «Καλαματιανό» του Νίκου Σκαλκώτα. Αυτές ήταν και οι τελευταίες παραστάσεις που χόρεψε ο Βάμβας (κοινώς Γιάννης Ρίτσος) ως μέλος του «corps de ballet» ή σολίστ κατά περίσταση του Μπαλέτου της Λυρικής.
Στα χρόνια που ο Ρίτσος εργάζεται στο Μπαλέτο της Λυρικής, τον βρίσκουμε να συγκατοικεί με την κομμουνίστρια, συναγωνίστριά του Ελλη Αλεξίου στην Καλλιθέα, στην αρχή της Κατοχής, κατόπιν όμως με το ζεύγος του σ. Τάσου (Αναστάσιος) Φιλιακού και της σ. Μιράντας Βούλγαρη, επίσης κομμουνιστές, ΕΑΜίτες και αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης, συναδέρφους του από το Μπαλέττο της ΛΣ με τους οποίους συμπρωταγωνιστεί εννοείται από ιδρύσεως της Λυρικής έως την τελευταία του εμφάνιση.2Η ΕΑΜική αγωνίστρια Μιράντα Βούλγαρη, που «έφυγε» από τη ζωή στις 26/3/2015, σε ηλικία 94 χρ., εξορίζεται από το αστικό κράτος στο Τρίκερι και το κολαστήρι της Μακρονήσου για τις πολιτικές της ιδέες μαζί με άλλες αγωνίστριες, συνεχίζοντας πάντα τη διαφώτιση στις συνεξόριστες, συνθέτοντας χορογραφίες για ψυχαγωγία και ανάταση πνευματική, μιας που όπως είπε και ο Βάρναλης,στις εξορίες δεν σε έστελναν για να αλλάξεις, αλλά για να σε ισοπεδώσουν ψυχικά και πνευματικά.
ΥΓ.: Ολόκληρο το κείμενο με περισσότερα ιστορικά στοιχεία δημοσιεύεται στο portal του «902.gr», καθώς και βιβλιογραφία και πηγές.
Παραπομπές:
1. Σ.τ.Σ.: Σώζεται και το έχουμε δει, σπάνιο βίντεο με τον ποιητή να παίζει πιάνο με ένταση εσωτερική και κατευθείαν από τα μύχιά του, ίδιον άλλωστε και της γραφής του.
2. Το συγκεκριμένο ζευγάρι - η Βούλγαρη ήταν σολίστ του Μπαλέτου - λαμβάνει μέρος και σε άλλες παραγωγές φυσικά, ενώ μετά την Απελευθέρωση γίνονται μέλη του «Θεάτρου του Λαού της Αθήνας» με το οποίο περιοδεύουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες.
Διευθυντής Ορχήστρας - Ερευνητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου