Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Κώστας Βίρβος (29 Μαρτίου 1926 - 6 Αυγούστου 2015)






Ο Κώστας Βίρβος είναι γνωστός συνθέτης και στιχουργός κυρίως του λαϊκού τραγουδιού.





Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. 

Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.

Η εμφάνισή του στο χώρο του τραγουδιού στα τέλη της δεκαετίας του ’40, και η καταλυτική παρουσία του σε αυτήν του ’50 όπως και στη συνέχεια, έδωσε στην ιδιότητα του στιχουργού την υπόσταση και το κύρος που δικαιούται.

Ο Βίρβος με την παιδεία, τον όγκο και την αξία της τέχνης του αλλά και τον αγωνιστικό του χαρακτήρα τοποθέτησε τον στιχουργό τουλάχιστον σε ίδια θέση και μοίρα με τον συνθέτη, και με την οπτική και την τεχνοτροπία του, την λυρική αλλά βαθιά ρεαλιστική γραφή του σηματοδότησε τις εξελίξεις στο ορθόδοξο λαϊκό τραγούδι με σημαδιακό και καίριο τρόπο.

Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε μορφές του λαϊκής στιχοπλοκής όπως ο Γιάννης Λελάκης, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ο περίφημος Τσάντας), η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που λειτούργησαν πριν αλλά και παράλληλα με τον Βίρβο, ο τρόπος που κινήθηκε ο τελευταίος, η συνέπεια και συνέχεια του και τα ξεκάθαρα καταγραμμένα αποτελέσματά του, τον χρίζουν ως τον πρώτο – χρονικά, ποσοτικά, ποιοτικά – επαγγελματία στιχουργό στο λαϊκό τραγούδι. 

Ακόμα και ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Νίκος Μάθεσης και άλλοι πρωτοπόροι του ρεμπέτικου, παρά την αρτιότητα και την έκταση των γραφόμενων τους δεν μπορούν να θεωρηθούν, με την αυστηρή έννοια του όρου, ως επαγγελματίες του λόγου στο τραγούδι.

Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Τον Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Έχει δυο κόρες.



Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. 

Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται “Ο φαντάρος” {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δεν γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, (“μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά”).

Σχεδόν παράλληλα με την παρουσία του Βίρβου στον στιχουργικό στίβο έκανε και την εμφάνιση του σε αυτόν ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, με ιδιαίτερο τρόπο και ύφος γραφής, μεγάλες συνεργασίες και επιτυχίες στο ενεργητικό του, αλλά με μικρότερη διάρκεια, επιρροή και εμβέλεια σε σχέση με τον πρώτο.

Ο πατέρας του Βίρβου ήταν ευκατάστατος. Ασχολιόταν με το εμπόριο τυριών και βουτύρων που παρασκεύαζε ο ίδιος. 

Μάλιστα προόριζε τον μικρό Κώστα ως συνεχιστή των δραστηριοτήτων του. Αντίθετα εκείνος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων το 1943, και στην συνέχεια από την Πάντειο Σχολή των Αθηνών και εγγράφτηκε στο τρίτο έτος της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, φτάνοντας μια αναπνοή από ένα ακόμη πτυχίο. 

Άλλωστε από μικρό παιδί, ο Κώστας Βίρβος, είχε δείξει ότι διαθέτει κλίση στα γράμματα.

Τα Τρίκαλα, και γενικότερα η Θεσσαλία αποτελούσαν ένα από τα οχυρά του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργοί πρώτης γραμμής όπως οι Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Κολοκοτρώνης κατάγονται από τα Τρίκαλα ενώ απ’ την Ζαγορά Πηλίου προέρχεται ο Θόδωρος Δερβενιώτης που συνεργάστηκε στενά με τον Βίρβο, διαμορφώνοντας μαζί με όσους αναφέραμε νωρίτερα και μερικούς ακόμη συνοδοιπόρους, την λεγόμενη βυζαντινή σχολή του ’50 που στην ουσία αποτέλεσε και τον κορμό του κοινωνικού λαϊκού τραγουδιού. 

Ο Βίρβος έχοντας συμμετοχή στην ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου – Σπουδαστών και αργότερα στο αντάρτικο θα αποτυπώσει αργότερα τα βιώματά του μέσα από συγκλονιστικές, ανάγλυφες εικόνες.

Γενικά, ο Βίρβος θα εμπνευσθεί από τους απόκληρους και κυνηγημένους απ’ τους νόμους, τα θύματα και τα ναυάγια της κοινωνικής αδικίας, σκιτσάροντας μοναδικά την μοίρας τους, μέσα από τραγούδια που χαρακτήρισαν την εποχή τους.

Το τραγούδι ‘Στις φάμπρικες της Γερμανίας’ είναι το πρώτο που μιλούσε για τη μετανάστευση. Είχε τεράστια απήχηση και έγινε χωρίς υπερβολή, ο ύμνος των μεταναστών και των συγγενών τους. 

Κάτι που πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι ο Καζαντζίδης, φοβούμενος τη δύναμη του τραγουδιού, άλλαξε τον στίχο, κι από Στις φάμπρικες της Γερμανίας, τον έκανε, Στον Καναδά στη Βραζιλία, για να το μαλακώσει. Το Μας παίρνεις απ’ τον τόπο μας, το άλλαξε στο Μας πήρες απ’ τον τόπο μας, για να μη φαίνεται ότι συνεχίζεται η αιμορραγία της μετανάστευσης. Όλα αυτά για τον φόβο της λογοκρισίας.

Ο Βίρβος είναι ο πρώτος λαϊκός στιχουργός που καταργώντας τις όποιες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα διάφορα είδη τραγουδιού, πέρασε με άνεση στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι αφήνοντας και σε αυτό το στοιχείο τα βαριά, αδρά χνάρια του.

Αρχικά συνεργαζόμενος με τον Μίκη Θεοδωράκη (Κοιμήσου αγγελούδι μου, Μάνα, Μελαχρινή μου κοπελιά κ.ά.) και στην συνέχεια σε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών με συνθέτες όπως οι Χρήστος Λεοντής (Καταχνιά, 1964), Μίμης Πλέσσας (Ζει – 1971, Το Πανόραμα – 1971, Θάλασσα Πικροθάλασσα – 1973, Λουκιανού Νεκρικοί Διάλογοι – 1974), Γιάννης Μαρκόπουλος (Θεσσαλικός Κύκλος – 1974, Παιχνίδι Με Το Χρόνο – 1988) που αγκαλιάστηκαν ζεστά από κοινό και κριτικούς. 

Πάντα ανήσυχος και με το αισθητήριό του πρόθυμο να αφουγκραστεί τα μηνύματα της κάθε εποχής, ο Βίρβος υπέγραψε επίσης κύκλους τραγουδιών και με τον Δερβενιώτη (Το Ρεμπέτικο Περιβόλι, 1974), το Χρήστο Λεττονό (Γραφειοκρατία,1976) ενώ έγραψε ο ίδιος μουσική- χωρίς να έχει σπουδάσει μουσική ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, έχοντας τις μελωδίες στην καρδιά και το μυαλό του – και στίχους για το έργο Οι Ξεριζωμένοι (1977). 

Ακόμη, τόσο με τον Δερβενιώτη αλλά και τον Πλέσσα, όσο και με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, κατέθεσαν ολοκληρωμένους λαϊκούς δίσκους 33 στροφών που κατά μια έννοια θα μπορούσαν νε θεωρηθούν και κύκλοι τραγουδιών. 

Ο Βίρβος υπογράφει κατ’ αποκλειστικότητα τους στίχους σε όλους τους προσωπικούς δίσκους 33 στροφών του Μπιθικώτση στη δεκαετία του ’70, με αποτέλεσμα μια σειρά πολύ όμορφων και διαχρονικών τραγουδιών: Στου Μπελαμή το ουζερί, Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα, Ρίξε μια ζαριά καλή, Ο μπατίρης ο Λουκάς, Το θύμα ο Νικόλας, Εγνατίας 406 κ.ά.

Μια άλλη ιδιαίτερη συνεργασία του Βίρβου είναι αυτή με τον Στράτο Ατταλίδη στα πρώτα χρόνια του ’60, όταν ο τελευταίος ελληνοποιούσε με ένστικτο και προσωπικό χάρισμα μια σειρά από μελωδίες της Ανατολής, που ερμήνευσε με θεϊκό τρόπο, η τότε σύζυγός του, Γιώτα Λύδια. 

Η τελευταία κατά την συγγραφή της βιογραφίας της δεν παρέλειπε να μου υπενθυμίζει πόσα πολλά και ακριβά οφείλει στον Βίρβο και πόσο θαυμάζει την τέχνη του. 

Οι τίτλοι των τραγουδιών που βασίστηκαν πάνω στον πηγαίο, ευρηματικό και άμεσο λόγο του Βίρβου και επενδύθηκαν μουσικά από τον Ατταλίδη και βέβαια αποδόθηκαν ιδανικά από την Λύδια, μιλούν από μόνοι τους: 
Γιατί θες να φύγεις, Πες μου γιατί, Γύρνα πάλι γύρνα, Η τσιγγάνα η Μαρίτσα, Ο ταυρομάχος ξεψυχά, Σαν ζητιάνα σε ζητώ κ.ά.

Οι συμπράξεις του Βίρβου με τους Τσιτσάνη, Καλδάρα, Μπακάλη και Δερβενιώτη θα μπορούσαν να αποτελέσουν κεφάλαια ολόκληρα και αυτόνομες ειδικές εκδόσεις. 

Ειδικά με τον τελευταίο η συμμαχία τους ήταν υπεραποδοτική. Ο Δερβενιώτης στην πενηνάντοχρονη και πλέον διαδρομή του στο τραγούδι συνεργάστηκε με κορυφαίους στιχουργούς, το μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του στηρίζεται στο λόγο του Βίρβου. 

Η φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους είχε, χωρίς αμφιβολία, αντίκτυπο και στις δημιουργικές τους καταθέσεις.

Οι Βίρβος και Δερβενιώτης το 1984 θα καταθέσουν ψήγματα της αστείρευτης δημιουργικής τους φλόγας, καλύπτοντας με 6 τραγούδια την πρώτη πλευρά του δίσκου Εξ’ Αδιαιρέτου με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. 

Στην δεύτερη πλευρά τα τραγούδια υπογράφουν οι Σταμάτης Κραουνάκης και Λίνα Νικολακοπούλου. 

Δημιουργίες όπως το χιλιοτραγουδισμένο Σού’ χω έτοιμη συγγνώμη αλλά και τα: Θα φύγω πρώτος, Ξαφνικά, Το φαρμάκι όλου του κόσμου, όχι μόνο έκαναν επιτυχία στην εποχή τους αλλά εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και στις μέρες μας. 

Οι δύο βετεράνοι, Δερβενιώτης και Βίρβος, άδραξαν τότε την ευκαιρία αποδεικνύοντας πόσο επίκαιροι και ώριμοι παρέμεναν στο διάβα των καιρών. 
Δυστυχώς στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, παρ’ ότι οι ίδιοι επιθυμούσαν να δώσουν κι άλλες δυναμικές μάχες στην πρώτη γραμμή της τραγουδοποιίας, η βιομηχανία του δίσκου – με μικρές εξαιρέσεις – δε θα τους παρέχει τα αναγκαία πολεμοφόδια, αυτά που αρμόζουν σε στρατηγούς – πολεμιστές. 

Να σημειωθεί ότι το δίδυμο Δερβενιώτης – Βίρβος είχε αξιόμαχη δράση και στα συνδικαλιστικά πεδία του τραγουδιού, αγωνιζόμενοι για την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων και την θέση των δημιουργών. 

Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι με στίχους του Βίρβου έκανε την είσοδό του στην δισκογραφία, στα τέλη του ’60, ο Χρήστος Νικολόπουλος, σημειώνοντας μεγάλα σουξέ με ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μεταξύ αυτών και το κλασικό πια, Νυχτερίδες κι αράχνες. 

Ο Κώστας Βίρβος στην πολύχρονη, παραγωγική και συνάμα μεστή σε καρπούς πορεία του, κατέθεσε δείγματα μιας άρτιας, αψεγάδιαστης, ωμά ρεαλιστικής και ταυτόχρονα ευφάνταστης γραφής, την οποίας την αμεσότητα, το σφρίγος και την συνειδητή στάση θα ζήλευαν ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές. 

Όσο περνούν τα χρόνια το εύρος, το βάθος, το μέγεθος και η σπουδαιότητα του έργου μας κάνουν να αισθανόμαστε την ορφάνια της απουσίας προσωπικοτήτων σαν την δική του στο ελληνικό τραγούδι.

Το πρώτο του τραγούδι που κυκλοφόρησε με το όνομά του ήταν το «Να το βρεις από άλλη» (1948), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα με ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Από τότε ακολούθησαν μεγάλες στιγμές: «Το καράβι», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Μια παλιά ιστορία», «Της γερακίνας γιος», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη» κ.ά. 

Πέρασε και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, «Θεσσαλικός κύκλος » σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, «Θάλασσα, πικροθάλασσα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα, «Α-Ω» σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά. Όλοι οι δίσκοι του τελευταίου στα χρόνια του 70 φέρουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη στιχουργική υπογραφή του Βίρβου με αποτέλεσμα διαχρονικές καταθέσεις: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Στου Μπελαμί το ουζερί», «Ο μπατίρης ο Λουκάς» κ.ά.

Ο Βίρβος είναι ο πρώτος λαϊκός στιχουργός που καταργώντας τις όποιες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα διάφορα είδη τραγουδιού, πέρασε με άνεση στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι αφήνοντας και σε αυτό το στοιχείο τα βαριά, αδρά χνάρια του.

Αρχικά συνεργαζόμενος με τον Μίκη Θεοδωράκη (Κοιμήσου αγγελούδι μου, Μάνα, Μελαχρινή μου κοπελιά κ.ά.) και στην συνέχεια σε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών με συνθέτες όπως οι Χρήστος Λεοντής (Καταχνιά, 1964), Μίμης Πλέσσας (Ζει – 1971, Το Πανόραμα – 1971, Θάλασσα Πικροθάλασσα – 1973, Λουκιανού Νεκρικοί Διάλογοι – 1974), Γιάννης Μαρκόπουλος (Θεσσαλικός Κύκλος – 1974, Παιχνίδι Με Το Χρόνο – 1988) που αγκαλιάστηκαν ζεστά από κοινό και κριτικούς. 

Πάντα ανήσυχος και με το αισθητήριό του πρόθυμο να αφουγκραστεί τα μηνύματα της κάθε εποχής, ο Βίρβος υπέγραψε επίσης κύκλους τραγουδιών και με τον Δερβενιώτη (Το Ρεμπέτικο Περιβόλι, 1974), το Χρήστο Λεττονό (Γραφειοκρατία,1976) ενώ έγραψε ο ίδιος μουσική- χωρίς να έχει σπουδάσει μουσική ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, έχοντας τις μελωδίες στην καρδιά και το μυαλό του – και στίχους για το έργο Οι Ξεριζωμένοι (1977). 

Ακόμη, τόσο με τον Δερβενιώτη αλλά και τον Πλέσσα, όσο και με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, κατέθεσαν ολοκληρωμένους λαϊκούς δίσκους 33 στροφών που κατά μια έννοια θα μπορούσαν νε θεωρηθούν και κύκλοι τραγουδιών. 

Ο Βίρβος υπογράφει κατ’ αποκλειστικότητα τους στίχους σε όλους τους προσωπικούς δίσκους 33 στροφών του Μπιθικώτση στη δεκαετία του ’70, με αποτέλεσμα μια σειρά πολύ όμορφων και διαχρονικών τραγουδιών: 

Στου Μπελαμή το ουζερί, Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα, Ρίξε μια ζαριά καλή, Ο μπατίρης ο Λουκάς, Το θύμα ο Νικόλας, Εγνατίας 406 κ.ά.

Μια άλλη ιδιαίτερη συνεργασία του Βίρβου είναι αυτή με τον Στράτο Ατταλίδη στα πρώτα χρόνια του ’60, όταν ο τελευταίος ελληνοποιούσε με ένστικτο και προσωπικό χάρισμα μια σειρά από μελωδίες της Ανατολής, που ερμήνευσε με θεϊκό τρόπο, η τότε σύζυγός του, Γιώτα Λύδια. 

Η τελευταία κατά την συγγραφή της βιογραφίας της δεν παρέλειπε να μου υπενθυμίζει πόσα πολλά και ακριβά οφείλει στον Βίρβο και πόσο θαυμάζει την τέχνη του. 

Οι τίτλοι των τραγουδιών που βασίστηκαν πάνω στον πηγαίο, ευρηματικό και άμεσο λόγο του Βίρβου και επενδύθηκαν μουσικά από τον Ατταλίδη και βέβαια αποδόθηκαν ιδανικά από την Λύδια, μιλούν από μόνοι τους: Γιατί θες να φύγεις, Πες μου γιατί, Γύρνα πάλι γύρνα, Η τσιγγάνα η Μαρίτσα, Ο ταυρομάχος ξεψυχά, Σαν ζητιάνα σε ζητώ κ.ά.

Οι συμπράξεις του Βίρβου με τους Τσιτσάνη, Καλδάρα, Μπακάλη και Δερβενιώτη θα μπορούσαν να αποτελέσουν κεφάλαια ολόκληρα και αυτόνομες ειδικές εκδόσεις. Ειδικά με τον τελευταίο η συμμαχία τους ήταν υπεραποδοτική. 

Ο Δερβενιώτης στην πενηνάντοχρονη και πλέον διαδρομή του στο τραγούδι συνεργάστηκε με κορυφαίους στιχουργούς, το μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του στηρίζεται στο λόγο του Βίρβου. Η φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους είχε, χωρίς αμφιβολία, αντίκτυπο και στις δημιουργικές τους καταθέσεις.

Οι Βίρβος και Δερβενιώτης το 1984 θα καταθέσουν ψήγματα της αστείρευτης δημιουργικής τους φλόγας, καλύπτοντας με 6 τραγούδια την πρώτη πλευρά του δίσκου Εξ’ Αδιαιρέτου με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. 

Στην δεύτερη πλευρά τα τραγούδια υπογράφουν οι Σταμάτης Κραουνάκης και Λίνα Νικολακοπούλου. Δημιουργίες όπως το χιλιοτραγουδισμένο Σού’ χω έτοιμη συγγνώμη αλλά και τα: Θα φύγω πρώτος, Ξαφνικά, Το φαρμάκι όλου του κόσμου, όχι μόνο έκαναν επιτυχία στην εποχή τους αλλά εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και στις μέρες μας. Οι δύο βετεράνοι, Δερβενιώτης και Βίρβος, άδραξαν τότε την ευκαιρία αποδεικνύοντας πόσο επίκαιροι και ώριμοι παρέμεναν στο διάβα των καιρών. 

Δυστυχώς στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, παρ’ ότι οι ίδιοι επιθυμούσαν να δώσουν κι άλλες δυναμικές μάχες στην πρώτη γραμμή της τραγουδοποιίας, η βιομηχανία του δίσκου – με μικρές εξαιρέσεις – δε θα τους παρέχει τα αναγκαία πολεμοφόδια, αυτά που αρμόζουν σε στρατηγούς – πολεμιστές. 

Να σημειωθεί ότι το δίδυμο Δερβενιώτης – Βίρβος είχε αξιόμαχη δράση και στα συνδικαλιστικά πεδία του τραγουδιού, αγωνιζόμενοι για την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων και την θέση των δημιουργών. 

Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι με στίχους του Βίρβου έκανε την είσοδό του στην δισκογραφία, στα τέλη του ’60, ο Χρήστος Νικολόπουλος, σημειώνοντας μεγάλα σουξέ με ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μεταξύ αυτών και το κλασικό πια, Νυχτερίδες κι αράχνες. 

Ο Κώστας Βίρβος στην πολύχρονη, παραγωγική και συνάμα μεστή σε καρπούς πορεία του, κατέθεσε δείγματα μιας άρτιας, αψεγάδιαστης, ωμά ρεαλιστικής και ταυτόχρονα ευφάνταστης γραφής, την οποίας την αμεσότητα, το σφρίγος και την συνειδητή στάση θα ζήλευαν ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές. 

Όσο περνούν τα χρόνια το εύρος, το βάθος, το μέγεθος και η σπουδαιότητα του έργου μας κάνουν να αισθανόμαστε την ορφάνια της απουσίας προσωπικοτήτων σαν την δική του στο ελληνικό τραγούδι.

Το πρώτο του τραγούδι που κυκλοφόρησε με το όνομά του ήταν το «Να το βρεις από άλλη» (1948), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα με ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Από τότε ακολούθησαν μεγάλες στιγμές: «Το καράβι», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Μια παλιά ιστορία», «Της γερακίνας γιος», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη» κ.ά. Πέρασε και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, «Θεσσαλικός κύκλος » σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, «Θάλασσα, πικροθάλασσα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα, «Α-Ω» σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά. 

Όλοι οι δίσκοι του τελευταίου στα χρόνια του 70 φέρουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη στιχουργική υπογραφή του Βίρβου με αποτέλεσμα διαχρονικές καταθέσεις: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Στου Μπελαμί το ουζερί», «Ο μπατίρης ο Λουκάς» κ.ά.



 ΠΗΓΗ. tralala.gr 

ΒΙΝΤΕΟ.       1. 

                Ο δημοσιογράφος ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ συνομιλεί με το συνθέτη ΚΩΣΤΑ ΒΙΡΒΟ

                        2.       






Ο Κώστας Βίρβος είναι γνωστός συνθέτης και στιχουργός κυρίως του λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.
Η εμφάνισή του στο χώρο του τραγουδιού στα τέλη της δεκαετίας του ’40, και η καταλυτική παρουσία του σε αυτήν του ’50 όπως και στη συνέχεια, έδωσε στην ιδιότητα του στιχουργού την υπόσταση και το κύρος που δικαιούται.
Ο Βίρβος με την παιδεία, τον όγκο και την αξία της τέχνης του αλλά και τον αγωνιστικό του χαρακτήρα τοποθέτησε τον στιχουργό τουλάχιστον σε ίδια θέση και μοίρα με τον συνθέτη, και με την οπτική και την τεχνοτροπία του, την λυρική αλλά βαθιά ρεαλιστική γραφή του σηματοδότησε τις εξελίξεις στο ορθόδοξο λαϊκό τραγούδι με σημαδιακό και καίριο τρόπο.
Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε μορφές του λαϊκής στιχοπλοκής όπως ο Γιάννης Λελάκης, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ο περίφημος Τσάντας), η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που λειτούργησαν πριν αλλά και παράλληλα με τον Βίρβο, ο τρόπος που κινήθηκε ο τελευταίος, η συνέπεια και συνέχεια του και τα ξεκάθαρα καταγραμμένα αποτελέσματά του, τον χρίζουν ως τον πρώτο – χρονικά, ποσοτικά, ποιοτικά – επαγγελματία στιχουργό στο λαϊκό τραγούδι. Ακόμα και ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Νίκος Μάθεσης και άλλοι πρωτοπόροι του ρεμπέτικου, παρά την αρτιότητα και την έκταση των γραφόμενων τους δεν μπορούν να θεωρηθούν, με την αυστηρή έννοια του όρου, ως επαγγελματίες του λόγου στο τραγούδι.
Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Τον Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Έχει δυο κόρες.
Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται “Ο φαντάρος” {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δεν γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, (“μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά”).
Σχεδόν παράλληλα με την παρουσία του Βίρβου στον στιχουργικό στίβο έκανε και την εμφάνιση του σε αυτόν ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, με ιδιαίτερο τρόπο και ύφος γραφής, μεγάλες συνεργασίες και επιτυχίες στο ενεργητικό του, αλλά με μικρότερη διάρκεια, επιρροή και εμβέλεια σε σχέση με τον πρώτο.
Ο πατέρας του Βίρβου ήταν ευκατάστατος. Ασχολιόταν με το εμπόριο τυριών και βουτύρων που παρασκεύαζε ο ίδιος. Μάλιστα προόριζε τον μικρό Κώστα ως συνεχιστή των δραστηριοτήτων του. Αντίθετα εκείνος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων το 1943, και στην συνέχεια από την Πάντειο Σχολή των Αθηνών και εγγράφτηκε στο τρίτο έτος της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, φτάνοντας μια αναπνοή από ένα ακόμη πτυχίο. Άλλωστε από μικρό παιδί, ο Κώστας Βίρβος, είχε δείξει ότι διαθέτει κλίση στα γράμματα.
Τα Τρίκαλα, και γενικότερα η Θεσσαλία αποτελούσαν ένα από τα οχυρά του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργοί πρώτης γραμμής όπως οι Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Κολοκοτρώνης κατάγονται από τα Τρίκαλα ενώ απ’ την Ζαγορά Πηλίου προέρχεται ο Θόδωρος Δερβενιώτης που συνεργάστηκε στενά με τον Βίρβο, διαμορφώνοντας μαζί με όσους αναφέραμε νωρίτερα και μερικούς ακόμη συνοδοιπόρους, την λεγόμενη βυζαντινή σχολή του ’50 που στην ουσία αποτέλεσε και τον κορμό του κοινωνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο Βίρβος έχοντας συμμετοχή στην ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου – Σπουδαστών και αργότερα στο αντάρτικο θα αποτυπώσει αργότερα τα βιώματά του μέσα από συγκλονιστικές, ανάγλυφες εικόνες.
Γενικά, ο Βίρβος θα εμπνευσθεί από τους απόκληρους και κυνηγημένους απ’ τους νόμους, τα θύματα και τα ναυάγια της κοινωνικής αδικίας, σκιτσάροντας μοναδικά την μοίρας τους, μέσα από τραγούδια που χαρακτήρισαν την εποχή τους.
Το τραγούδι ‘Στις φάμπρικες της Γερμανίας’ είναι το πρώτο που μιλούσε για τη μετανάστευση. Είχε τεράστια απήχηση και έγινε χωρίς υπερβολή, ο ύμνος των μεταναστών και των συγγενών τους. Κάτι που πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι ο Καζαντζίδης, φοβούμενος τη δύναμη του τραγουδιού, άλλαξε τον στίχο, κι από Στις φάμπρικες της Γερμανίας, τον έκανε, Στον Καναδά στη Βραζιλία, για να το μαλακώσει. Το Μας παίρνεις απ’ τον τόπο μας, το άλλαξε στο Μας πήρες απ’ τον τόπο μας, για να μη φαίνεται ότι συνεχίζεται η αιμορραγία της μετανάστευσης. Όλα αυτά για τον φόβο της λογοκρισίας.
Ο Βίρβος είναι ο πρώτος λαϊκός στιχουργός που καταργώντας τις όποιες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα διάφορα είδη τραγουδιού, πέρασε με άνεση στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι αφήνοντας και σε αυτό το στοιχείο τα βαριά, αδρά χνάρια του.
Αρχικά συνεργαζόμενος με τον Μίκη Θεοδωράκη (Κοιμήσου αγγελούδι μου, Μάνα, Μελαχρινή μου κοπελιά κ.ά.) και στην συνέχεια σε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών με συνθέτες όπως οι Χρήστος Λεοντής (Καταχνιά, 1964), Μίμης Πλέσσας (Ζει – 1971, Το Πανόραμα – 1971, Θάλασσα Πικροθάλασσα – 1973, Λουκιανού Νεκρικοί Διάλογοι – 1974), Γιάννης Μαρκόπουλος (Θεσσαλικός Κύκλος – 1974, Παιχνίδι Με Το Χρόνο – 1988) που αγκαλιάστηκαν ζεστά από κοινό και κριτικούς. Πάντα ανήσυχος και με το αισθητήριό του πρόθυμο να αφουγκραστεί τα μηνύματα της κάθε εποχής, ο Βίρβος υπέγραψε επίσης κύκλους τραγουδιών και με τον Δερβενιώτη (Το Ρεμπέτικο Περιβόλι, 1974), το Χρήστο Λεττονό (Γραφειοκρατία,1976) ενώ έγραψε ο ίδιος μουσική- χωρίς να έχει σπουδάσει μουσική ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, έχοντας τις μελωδίες στην καρδιά και το μυαλό του – και στίχους για το έργο Οι Ξεριζωμένοι (1977). Ακόμη, τόσο με τον Δερβενιώτη αλλά και τον Πλέσσα, όσο και με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, κατέθεσαν ολοκληρωμένους λαϊκούς δίσκους 33 στροφών που κατά μια έννοια θα μπορούσαν νε θεωρηθούν και κύκλοι τραγουδιών. Ο Βίρβος υπογράφει κατ’ αποκλειστικότητα τους στίχους σε όλους τους προσωπικούς δίσκους 33 στροφών του Μπιθικώτση στη δεκαετία του ’70, με αποτέλεσμα μια σειρά πολύ όμορφων και διαχρονικών τραγουδιών: Στου Μπελαμή το ουζερί, Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα, Ρίξε μια ζαριά καλή, Ο μπατίρης ο Λουκάς, Το θύμα ο Νικόλας, Εγνατίας 406 κ.ά.
Μια άλλη ιδιαίτερη συνεργασία του Βίρβου είναι αυτή με τον Στράτο Ατταλίδη στα πρώτα χρόνια του ’60, όταν ο τελευταίος ελληνοποιούσε με ένστικτο και προσωπικό χάρισμα μια σειρά από μελωδίες της Ανατολής, που ερμήνευσε με θεϊκό τρόπο, η τότε σύζυγός του, Γιώτα Λύδια. Η τελευταία κατά την συγγραφή της βιογραφίας της δεν παρέλειπε να μου υπενθυμίζει πόσα πολλά και ακριβά οφείλει στον Βίρβο και πόσο θαυμάζει την τέχνη του. Οι τίτλοι των τραγουδιών που βασίστηκαν πάνω στον πηγαίο, ευρηματικό και άμεσο λόγο του Βίρβου και επενδύθηκαν μουσικά από τον Ατταλίδη και βέβαια αποδόθηκαν ιδανικά από την Λύδια, μιλούν από μόνοι τους: Γιατί θες να φύγεις, Πες μου γιατί, Γύρνα πάλι γύρνα, Η τσιγγάνα η Μαρίτσα, Ο ταυρομάχος ξεψυχά, Σαν ζητιάνα σε ζητώ κ.ά.
Οι συμπράξεις του Βίρβου με τους Τσιτσάνη, Καλδάρα, Μπακάλη και Δερβενιώτη θα μπορούσαν να αποτελέσουν κεφάλαια ολόκληρα και αυτόνομες ειδικές εκδόσεις. Ειδικά με τον τελευταίο η συμμαχία τους ήταν υπεραποδοτική. Ο Δερβενιώτης στην πενηνάντοχρονη και πλέον διαδρομή του στο τραγούδι συνεργάστηκε με κορυφαίους στιχουργούς, το μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του στηρίζεται στο λόγο του Βίρβου. Η φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους είχε, χωρίς αμφιβολία, αντίκτυπο και στις δημιουργικές τους καταθέσεις.
Οι Βίρβος και Δερβενιώτης το 1984 θα καταθέσουν ψήγματα της αστείρευτης δημιουργικής τους φλόγας, καλύπτοντας με 6 τραγούδια την πρώτη πλευρά του δίσκου Εξ’ Αδιαιρέτου με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. Στην δεύτερη πλευρά τα τραγούδια υπογράφουν οι Σταμάτης Κραουνάκης και Λίνα Νικολακοπούλου. Δημιουργίες όπως το χιλιοτραγουδισμένο Σού’ χω έτοιμη συγγνώμη αλλά και τα: Θα φύγω πρώτος, Ξαφνικά, Το φαρμάκι όλου του κόσμου, όχι μόνο έκαναν επιτυχία στην εποχή τους αλλά εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και στις μέρες μας. Οι δύο βετεράνοι, Δερβενιώτης και Βίρβος, άδραξαν τότε την ευκαιρία αποδεικνύοντας πόσο επίκαιροι και ώριμοι παρέμεναν στο διάβα των καιρών. Δυστυχώς στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, παρ’ ότι οι ίδιοι επιθυμούσαν να δώσουν κι άλλες δυναμικές μάχες στην πρώτη γραμμή της τραγουδοποιίας, η βιομηχανία του δίσκου – με μικρές εξαιρέσεις – δε θα τους παρέχει τα αναγκαία πολεμοφόδια, αυτά που αρμόζουν σε στρατηγούς – πολεμιστές. Να σημειωθεί ότι το δίδυμο Δερβενιώτης – Βίρβος είχε αξιόμαχη δράση και στα συνδικαλιστικά πεδία του τραγουδιού, αγωνιζόμενοι για την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων και την θέση των δημιουργών. Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι με στίχους του Βίρβου έκανε την είσοδό του στην δισκογραφία, στα τέλη του ’60, ο Χρήστος Νικολόπουλος, σημειώνοντας μεγάλα σουξέ με ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μεταξύ αυτών και το κλασικό πια, Νυχτερίδες κι αράχνες. Ο Κώστας Βίρβος στην πολύχρονη, παραγωγική και συνάμα μεστή σε καρπούς πορεία του, κατέθεσε δείγματα μιας άρτιας, αψεγάδιαστης, ωμά ρεαλιστικής και ταυτόχρονα ευφάνταστης γραφής, την οποίας την αμεσότητα, το σφρίγος και την συνειδητή στάση θα ζήλευαν ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές. Όσο περνούν τα χρόνια το εύρος, το βάθος, το μέγεθος και η σπουδαιότητα του έργου μας κάνουν να αισθανόμαστε την ορφάνια της απουσίας προσωπικοτήτων σαν την δική του στο ελληνικό τραγούδι.
Το πρώτο του τραγούδι που κυκλοφόρησε με το όνομά του ήταν το «Να το βρεις από άλλη» (1948), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα με ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη.
Από τότε ακολούθησαν μεγάλες στιγμές: «Το καράβι», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Μια παλιά ιστορία», «Της γερακίνας γιος», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη» κ.ά. Πέρασε και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, «Θεσσαλικός κύκλος » σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, «Θάλασσα, πικροθάλασσα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα, «Α-Ω» σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά. Όλοι οι δίσκοι του τελευταίου στα χρόνια του 70 φέρουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη στιχουργική υπογραφή του Βίρβου με αποτέλεσμα διαχρονικές καταθέσεις: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Στου Μπελαμί το ουζερί», «Ο μπατίρης ο Λουκάς» κ.ά.
- See more at: http://www.tralala.gr/viografia-kostas-virvos/#sthash.IDAGdSXE.dpuf
Ο Κώστας Βίρβος είναι γνωστός συνθέτης και στιχουργός κυρίως του λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.
Η εμφάνισή του στο χώρο του τραγουδιού στα τέλη της δεκαετίας του ’40, και η καταλυτική παρουσία του σε αυτήν του ’50 όπως και στη συνέχεια, έδωσε στην ιδιότητα του στιχουργού την υπόσταση και το κύρος που δικαιούται.
Ο Βίρβος με την παιδεία, τον όγκο και την αξία της τέχνης του αλλά και τον αγωνιστικό του χαρακτήρα τοποθέτησε τον στιχουργό τουλάχιστον σε ίδια θέση και μοίρα με τον συνθέτη, και με την οπτική και την τεχνοτροπία του, την λυρική αλλά βαθιά ρεαλιστική γραφή του σηματοδότησε τις εξελίξεις στο ορθόδοξο λαϊκό τραγούδι με σημαδιακό και καίριο τρόπο.
Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε μορφές του λαϊκής στιχοπλοκής όπως ο Γιάννης Λελάκης, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ο περίφημος Τσάντας), η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που λειτούργησαν πριν αλλά και παράλληλα με τον Βίρβο, ο τρόπος που κινήθηκε ο τελευταίος, η συνέπεια και συνέχεια του και τα ξεκάθαρα καταγραμμένα αποτελέσματά του, τον χρίζουν ως τον πρώτο – χρονικά, ποσοτικά, ποιοτικά – επαγγελματία στιχουργό στο λαϊκό τραγούδι. Ακόμα και ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Νίκος Μάθεσης και άλλοι πρωτοπόροι του ρεμπέτικου, παρά την αρτιότητα και την έκταση των γραφόμενων τους δεν μπορούν να θεωρηθούν, με την αυστηρή έννοια του όρου, ως επαγγελματίες του λόγου στο τραγούδι.
Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Τον Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Έχει δυο κόρες.
Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται “Ο φαντάρος” {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δεν γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, (“μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά”).
Σχεδόν παράλληλα με την παρουσία του Βίρβου στον στιχουργικό στίβο έκανε και την εμφάνιση του σε αυτόν ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, με ιδιαίτερο τρόπο και ύφος γραφής, μεγάλες συνεργασίες και επιτυχίες στο ενεργητικό του, αλλά με μικρότερη διάρκεια, επιρροή και εμβέλεια σε σχέση με τον πρώτο.
Ο πατέρας του Βίρβου ήταν ευκατάστατος. Ασχολιόταν με το εμπόριο τυριών και βουτύρων που παρασκεύαζε ο ίδιος. Μάλιστα προόριζε τον μικρό Κώστα ως συνεχιστή των δραστηριοτήτων του. Αντίθετα εκείνος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων το 1943, και στην συνέχεια από την Πάντειο Σχολή των Αθηνών και εγγράφτηκε στο τρίτο έτος της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, φτάνοντας μια αναπνοή από ένα ακόμη πτυχίο. Άλλωστε από μικρό παιδί, ο Κώστας Βίρβος, είχε δείξει ότι διαθέτει κλίση στα γράμματα.
Τα Τρίκαλα, και γενικότερα η Θεσσαλία αποτελούσαν ένα από τα οχυρά του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργοί πρώτης γραμμής όπως οι Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Κολοκοτρώνης κατάγονται από τα Τρίκαλα ενώ απ’ την Ζαγορά Πηλίου προέρχεται ο Θόδωρος Δερβενιώτης που συνεργάστηκε στενά με τον Βίρβο, διαμορφώνοντας μαζί με όσους αναφέραμε νωρίτερα και μερικούς ακόμη συνοδοιπόρους, την λεγόμενη βυζαντινή σχολή του ’50 που στην ουσία αποτέλεσε και τον κορμό του κοινωνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο Βίρβος έχοντας συμμετοχή στην ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου – Σπουδαστών και αργότερα στο αντάρτικο θα αποτυπώσει αργότερα τα βιώματά του μέσα από συγκλονιστικές, ανάγλυφες εικόνες.
Γενικά, ο Βίρβος θα εμπνευσθεί από τους απόκληρους και κυνηγημένους απ’ τους νόμους, τα θύματα και τα ναυάγια της κοινωνικής αδικίας, σκιτσάροντας μοναδικά την μοίρας τους, μέσα από τραγούδια που χαρακτήρισαν την εποχή τους.
Το τραγούδι ‘Στις φάμπρικες της Γερμανίας’ είναι το πρώτο που μιλούσε για τη μετανάστευση. Είχε τεράστια απήχηση και έγινε χωρίς υπερβολή, ο ύμνος των μεταναστών και των συγγενών τους. Κάτι που πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι ο Καζαντζίδης, φοβούμενος τη δύναμη του τραγουδιού, άλλαξε τον στίχο, κι από Στις φάμπρικες της Γερμανίας, τον έκανε, Στον Καναδά στη Βραζιλία, για να το μαλακώσει. Το Μας παίρνεις απ’ τον τόπο μας, το άλλαξε στο Μας πήρες απ’ τον τόπο μας, για να μη φαίνεται ότι συνεχίζεται η αιμορραγία της μετανάστευσης. Όλα αυτά για τον φόβο της λογοκρισίας.
Ο Βίρβος είναι ο πρώτος λαϊκός στιχουργός που καταργώντας τις όποιες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα διάφορα είδη τραγουδιού, πέρασε με άνεση στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι αφήνοντας και σε αυτό το στοιχείο τα βαριά, αδρά χνάρια του.
Αρχικά συνεργαζόμενος με τον Μίκη Θεοδωράκη (Κοιμήσου αγγελούδι μου, Μάνα, Μελαχρινή μου κοπελιά κ.ά.) και στην συνέχεια σε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών με συνθέτες όπως οι Χρήστος Λεοντής (Καταχνιά, 1964), Μίμης Πλέσσας (Ζει – 1971, Το Πανόραμα – 1971, Θάλασσα Πικροθάλασσα – 1973, Λουκιανού Νεκρικοί Διάλογοι – 1974), Γιάννης Μαρκόπουλος (Θεσσαλικός Κύκλος – 1974, Παιχνίδι Με Το Χρόνο – 1988) που αγκαλιάστηκαν ζεστά από κοινό και κριτικούς. Πάντα ανήσυχος και με το αισθητήριό του πρόθυμο να αφουγκραστεί τα μηνύματα της κάθε εποχής, ο Βίρβος υπέγραψε επίσης κύκλους τραγουδιών και με τον Δερβενιώτη (Το Ρεμπέτικο Περιβόλι, 1974), το Χρήστο Λεττονό (Γραφειοκρατία,1976) ενώ έγραψε ο ίδιος μουσική- χωρίς να έχει σπουδάσει μουσική ή να παίζει κάποιο μουσικό όργανο, έχοντας τις μελωδίες στην καρδιά και το μυαλό του – και στίχους για το έργο Οι Ξεριζωμένοι (1977). Ακόμη, τόσο με τον Δερβενιώτη αλλά και τον Πλέσσα, όσο και με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, κατέθεσαν ολοκληρωμένους λαϊκούς δίσκους 33 στροφών που κατά μια έννοια θα μπορούσαν νε θεωρηθούν και κύκλοι τραγουδιών. Ο Βίρβος υπογράφει κατ’ αποκλειστικότητα τους στίχους σε όλους τους προσωπικούς δίσκους 33 στροφών του Μπιθικώτση στη δεκαετία του ’70, με αποτέλεσμα μια σειρά πολύ όμορφων και διαχρονικών τραγουδιών: Στου Μπελαμή το ουζερί, Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα, Ρίξε μια ζαριά καλή, Ο μπατίρης ο Λουκάς, Το θύμα ο Νικόλας, Εγνατίας 406 κ.ά.
Μια άλλη ιδιαίτερη συνεργασία του Βίρβου είναι αυτή με τον Στράτο Ατταλίδη στα πρώτα χρόνια του ’60, όταν ο τελευταίος ελληνοποιούσε με ένστικτο και προσωπικό χάρισμα μια σειρά από μελωδίες της Ανατολής, που ερμήνευσε με θεϊκό τρόπο, η τότε σύζυγός του, Γιώτα Λύδια. Η τελευταία κατά την συγγραφή της βιογραφίας της δεν παρέλειπε να μου υπενθυμίζει πόσα πολλά και ακριβά οφείλει στον Βίρβο και πόσο θαυμάζει την τέχνη του. Οι τίτλοι των τραγουδιών που βασίστηκαν πάνω στον πηγαίο, ευρηματικό και άμεσο λόγο του Βίρβου και επενδύθηκαν μουσικά από τον Ατταλίδη και βέβαια αποδόθηκαν ιδανικά από την Λύδια, μιλούν από μόνοι τους: Γιατί θες να φύγεις, Πες μου γιατί, Γύρνα πάλι γύρνα, Η τσιγγάνα η Μαρίτσα, Ο ταυρομάχος ξεψυχά, Σαν ζητιάνα σε ζητώ κ.ά.
Οι συμπράξεις του Βίρβου με τους Τσιτσάνη, Καλδάρα, Μπακάλη και Δερβενιώτη θα μπορούσαν να αποτελέσουν κεφάλαια ολόκληρα και αυτόνομες ειδικές εκδόσεις. Ειδικά με τον τελευταίο η συμμαχία τους ήταν υπεραποδοτική. Ο Δερβενιώτης στην πενηνάντοχρονη και πλέον διαδρομή του στο τραγούδι συνεργάστηκε με κορυφαίους στιχουργούς, το μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του στηρίζεται στο λόγο του Βίρβου. Η φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους είχε, χωρίς αμφιβολία, αντίκτυπο και στις δημιουργικές τους καταθέσεις.
Οι Βίρβος και Δερβενιώτης το 1984 θα καταθέσουν ψήγματα της αστείρευτης δημιουργικής τους φλόγας, καλύπτοντας με 6 τραγούδια την πρώτη πλευρά του δίσκου Εξ’ Αδιαιρέτου με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. Στην δεύτερη πλευρά τα τραγούδια υπογράφουν οι Σταμάτης Κραουνάκης και Λίνα Νικολακοπούλου. Δημιουργίες όπως το χιλιοτραγουδισμένο Σού’ χω έτοιμη συγγνώμη αλλά και τα: Θα φύγω πρώτος, Ξαφνικά, Το φαρμάκι όλου του κόσμου, όχι μόνο έκαναν επιτυχία στην εποχή τους αλλά εξακολουθούν να συγκινούν ακόμη και στις μέρες μας. Οι δύο βετεράνοι, Δερβενιώτης και Βίρβος, άδραξαν τότε την ευκαιρία αποδεικνύοντας πόσο επίκαιροι και ώριμοι παρέμεναν στο διάβα των καιρών. Δυστυχώς στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, παρ’ ότι οι ίδιοι επιθυμούσαν να δώσουν κι άλλες δυναμικές μάχες στην πρώτη γραμμή της τραγουδοποιίας, η βιομηχανία του δίσκου – με μικρές εξαιρέσεις – δε θα τους παρέχει τα αναγκαία πολεμοφόδια, αυτά που αρμόζουν σε στρατηγούς – πολεμιστές. Να σημειωθεί ότι το δίδυμο Δερβενιώτης – Βίρβος είχε αξιόμαχη δράση και στα συνδικαλιστικά πεδία του τραγουδιού, αγωνιζόμενοι για την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων και την θέση των δημιουργών. Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι με στίχους του Βίρβου έκανε την είσοδό του στην δισκογραφία, στα τέλη του ’60, ο Χρήστος Νικολόπουλος, σημειώνοντας μεγάλα σουξέ με ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μεταξύ αυτών και το κλασικό πια, Νυχτερίδες κι αράχνες. Ο Κώστας Βίρβος στην πολύχρονη, παραγωγική και συνάμα μεστή σε καρπούς πορεία του, κατέθεσε δείγματα μιας άρτιας, αψεγάδιαστης, ωμά ρεαλιστικής και ταυτόχρονα ευφάνταστης γραφής, την οποίας την αμεσότητα, το σφρίγος και την συνειδητή στάση θα ζήλευαν ακόμη και οι μεγάλοι μας ποιητές. Όσο περνούν τα χρόνια το εύρος, το βάθος, το μέγεθος και η σπουδαιότητα του έργου μας κάνουν να αισθανόμαστε την ορφάνια της απουσίας προσωπικοτήτων σαν την δική του στο ελληνικό τραγούδι.
Το πρώτο του τραγούδι που κυκλοφόρησε με το όνομά του ήταν το «Να το βρεις από άλλη» (1948), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα με ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη.
Από τότε ακολούθησαν μεγάλες στιγμές: «Το καράβι», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Μια παλιά ιστορία», «Της γερακίνας γιος», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη» κ.ά. Πέρασε και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, «Θεσσαλικός κύκλος » σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, «Θάλασσα, πικροθάλασσα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα, «Α-Ω» σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά. Όλοι οι δίσκοι του τελευταίου στα χρόνια του 70 φέρουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τη στιχουργική υπογραφή του Βίρβου με αποτέλεσμα διαχρονικές καταθέσεις: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Στου Μπελαμί το ουζερί», «Ο μπατίρης ο Λουκάς» κ.ά.
- See more at: http://www.tralala.gr/viografia-kostas-virvos/#sthash.IDAGdSXE.dpuf