Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΩΤΙΤΣΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ (Ιούλιος 1943) - Μια σφαγή χωρίς αιτία

ΤΡΙΤΗ 25-7-2017




Ιούλιος 1943. Δυσοίωνα νέα έφταναν για το χωριό μας σύμφωνα με τα οποία οι Γερμανοί, υπό τον τότε Διοικητή του Γερμανικού σώματος Στρατού Λάντς, από τα Γιάννενα περνώντας τα Δωδωνοχώρια, είχαν φτάσει στη Ζόριστα (Πεντόλακκο), την οποία βρήκαν έρημη από τους κατοίκους που πρόλαβαν και κρύφτηκαν.
 




Σύμφωνα με τις πληροφορίες, σειρά είχε το χωριό μας. Φοβισμένοι οι κάτοικοι του Μαχαλά έσπευσαν να αναζητήσουν καταφύγιο στη θέση «Σπιθάρι», τον τόπο όπου και παλιότερα, επί τουρκοκρατίας, έβρισκαν ασφαλή για να γιορτάσουν την Ανάσταση, χωρίς οι Τούρκοι να τους αντιληφθούν.

Την 24η Ιουλίου 1943 ανηφόρισαν από τον δρόμο Άρτας-Ιωαννίνων περί τα 30-50 στρατιωτικά Γερμανικά αυτοκίνητα. Την ίδια ημέρα γερμανικό αεροπλάνο, εκτελώντας χαμηλή πτήση πάνω από το χωριό, πετούσε προκηρύξεις, γραμμένες στα ελληνικά, που καλούσαν τους κατοίκους του χωριού μας για να μη φύγουν από τα σπίτια τους. Περνώντας πάνω από τη θέση «Σπιθάρι» άφησε μαύρους καπνούς, άγνωστο για πιο λόγο, πιθανό για να προσδιορίσει τη θέση των κρυμμένων συγχωριανών μας.


25η Ιουλίου ημέρα Κυριακή και ώρα 9η πρωινή. Η Γερμανική συντονισμένη επίθεση γίνεται από τέσσερα περιφερειακά σημεία, με τέσσερις ομάδες στρατού και με απώτερο στόχο να αποκλειστεί εντελώς η έξοδος από το χωριό.
 

Η πρώτη ομάδα πέρασε από τη σημερινή Νέα Μουσιωτίτσα-τότε δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί ο οικισμός αυτός-προχώρησε στη Φούριζα, στο Κοστέκι, στη Λέθμη, στη Σεστρίγλα και κατέληξε στο Κουκλέσι. Το διάβα τους από τη Φούριζα, άφησε νεκρό τον Κων/νο Δήμο, που είχε το θλιβερό προνόμιο να είναι ο πρώτος νεκρός. 

Έτρεξε να κρυφτεί κοντά σε μία βρύση, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, οι Γερμανοί τον είδαν και δίχως δεύτερη σκέψη τον εκτέλεσαν.

Η δεύτερη ομάδα πέρασε από το Μαχαλά(Άνω Μουσιωτίτσα). Στη θέση Γκούρι συνάντησαν τον Αναστάσιο Δόση, το Νικόλαο Δόση και το Γεώργιο Κότσιο, οι οποίοι από το φόβο τους στη θέα των Γερμανών, τους προσέφεραν γάλα από τα πρόβατά τους. 


Η γερμανική απάντηση ήταν η σύλληψή τους και η μεταφορά τους στο Σπιθάρι. Προχώρησαν στο Σιουργέλι, στη Σιάλιζα και από κει μέσα στο χωριό-σημερινή Κάτω Μουσιωτίτσα, όπου έκαψαν σπίτια και άρπαξαν ζωντανά. 

Η Ευθυμία Σταύρου, «δασκαλίνα», ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να ξεχάσει όσα εκείνη την ημέρα έζησε: Οι Γερμανοί μπήκαν στο σπίτι και με τα όπλα πέταξαν κάτω το γίκο, ανακάτεψαν τα ρούχα της κασέλας, ψάχνοντας για όπλα. Όπλα δε βρήκαν και πήραν το δάσκαλο Σταύρο Σταύρου αιχμάλωτο. 

Στην πορεία τους συνέλαβαν συνολικά 45 άτομα, τους οποίους εξέτασαν προσεκτικά στους ώμους και στα πόδια ερευνώντας για σημάδια που αφήνουν τα στρατιωτικά σακίδια και οι αρβύλες. Το γερμανικό αυτό τμήμα προχώρησε μαζί με τους αιχμαλώτους στην Κονσταντίστα και κατάληξη είχε τη Βούλιστα παναγιά. 

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί επεφύλασσαν διαφορετική μεταχείριση στους κατοίκους του χωριού μας, έδειχναν για παράδειγμα τρομερή σκληρότητα και αβάσταχτη βιαιότητα σε όσους ήταν ξανθοί, πιστεύοντας πως είναι Εγγλέζοι.

Η τρίτη ομάδα, αποτελούνταν από επίλεκτα μέλη των ΕΣ-ΕΣ της ορεινής μεραρχίας «Εντελβάις», υπό τον αρχιδήμιο Ζάλμιγκερ. Στην ουσία αυτό ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα των γερμανών. Το τμήμα αυτό εισέβαλε στο Μαχαλά, κατέκαψε αδιάκριτα ανθρώπους και σπίτια. Πίσω του άφησε μόνο στάχτη. 


Στο Σιεσφρούγγου σκοτώνουν τη Γιωργοκώσταινα που ήταν με τη γριά Κυράννα, η οποία μετέφερε στη ράχη της την ανήλικη εγγονούλα της, που παρά το νεαρό της ηλικίας της βρήκε τραγικό θάνατο μπροστά στα μάτια της τραυματισμένης γιαγιάς της.

Στο Μετσίτι βρήκαν τα νεαρά (9 μόλις ετών τότε) ξαδέλφια Νικόλαο Αναγνώστου και Βασίλειο Αναγνώστου, που έβοσκαν τα πρόβατά τους. Τα παιδιά μικρά καθώς ήταν, δίχως αίσθηση του κινδύνου, δεν άκουσαν την συμβουλή του κρυμμένου μπάρμπα-Φώτη Μπάρκα και του κυρ-Θανάση του Αναστάση να κρυφτούν και εκείνα, αντίθετα χοροπηδούσαν και κορόιδευαν, ατρόμητα στην άγνοιά τους για το τι τα περίμενε. 


Η ριπή του πολυβόλου θέρισε την τρυφερή ζωούλα του Βασίλη, ενώ ο Νίκος φέρει το σημάδι της πληγής στο πρόσωπό του. Στη θέα του τραυματισμένου παιδιού, οι δύο μεγαλύτεροι σάστισαν τόσο πολύ, που ο ένας προέτρεπε τον άλλον να τον αποτελειώσει για να μην υποφέρει. 
Ο μικρός Νίκος έμεινε εκεί αιμόφυρτος μέχρι το βράδυ, κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει, πίστευαν ότι είχε πεθάνει. 

Η ανυποψίαστη μητέρα του έλειπε από το πρωί στο μύλο. 

Όπως η ίδια έλεγε το πρωϊ εκείνης της ημέρας έβλεπε από το μύλο να αντιφεγγίζουν στον ήλιο οι παλάσκες και τα φονικά σίδερα των Γερμανών από την πλαγιά της Μπιτέρας. Το βραδάκι η γιαγιά του, η γριά Νικόλαινα Αναγνώστου, τον κατέβασε στο χωριό, μισοπεθαμένο.

Το τμήμα αυτό λοιπόν συνέχισε ακάθεκτο την πορεία τους προς το Σπιθάρι-όπου βρίσκονταν τα θερινά βοσκοτόπια και οι στάνες του Δημητρίου Δήμου-όπου προφανώς πίστευαν ότι ήταν κρυμμένες οικογένειες ανταρτών, αρπάζοντας άλλους από τα αλώνια που αλώνιζαν ή λίχνιζαν το στάρι-και εκείνη τη χρονιά όπως έλεγαν ήταν πλούσια η σοδειά-άλλους από τη στρούγγα, το ζύμωμα ή το ψήσιμο του ψωμιού, συγκεντρώνοντας του νοικοκυραίους από τα σπιτοκάλυβά τους που προετοιμάζονταν για το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής της επόμενης ημέρας. 

Ερεύνησαν τα καλύβια για όπλα και στη συνέχεια τα έκαψαν. 

Στη γραμμή τους έβαλαν, τον ένα δίπλα στον άλλον, 78 άτομα συνολικά, αδιακρίτως φύλλου και ηλικίας. Διάλεξαν καμιά 15αριά από τους γερούς και νέους, ανάμεσα στους οποίους και το Νέστορα Κολιό, δεν δίστασαν να χωρίσουν τον 6χρονο Ιωάννη Γκόγκα από τον πατέρα του, τους φόρτωσαν και τους διέταξαν να προχωρήσουν, σ΄ αυτούς η τύχη χαμογέλασε μόνο και μόνο γιατί οι Γερμανοί χρειάζονταν υποζύγια. 

Οι υπόλοιποι έμειναν εκεί ο ένας δίπλα στον άλλον, κατά μήκος ενός δέματος του χωραφιού του Νακητάκη(Δημήτριου Δήμου), οι γυναίκες με τα παιδιά στην αγκαλιά, μωρά αχρόνιαγα, οι γέροι με τις μαγκούρες, γριές με λιοκαμμένα πρόσωπα και βαθιά αυλακωμένα μάγουλα από τις ρυτίδες και γυρτές ράχες από την κούραση, ακόμα και νιόπαντρες με τον καλό τους δίπλα που δεν μπορούσαν μπροστά στο φόβο ούτε το χέρι του να αδράξουν και νιόγαμπροι και αυτοί ανήμποροι να γυρίσουν το βλέμμα τους, γιατί ένιωθαν πως δεν μπορούσαν καθόλου το ταίρι τους να υπερασπίσουν μπροστά στο αδηφάγο θηρίο, οι αρραβωνιασμένοι είδαν τα όνειρά τους να σβήνουν και να χάνονται να σκορπίζουν κάτω στις φρεσκοθερισμένες καλαμιές και στη θρούμη…Όλοι τους εκεί, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς να ζητήσουν εξηγήσεις, ξαπλώθηκαν χάμω.. 

Επέζησαν δύο, ένα 6χρονο παιδί, ο Ιωάννης Γκόγκας, το οποίο σώθηκε χάρη στη μητέρα του, που στην απόγνωσή της έκρυψε το μικρό γιο της κάτω από το συγγούνι της, κατά δική του μαρτυρία, και ένας 19χρονος ο Κων/νος Αναστασίου. 

Ο μικρός Ιωάννης Γκόγκας έμεινε ανάμεσα στα πτώματα, νοιώθοντας κοντά του νεκρή τη μάνα του, μέχρι το απόγευμα, οπότε τον βρήκαν ο Γεώργιος Τάσσης και ο Βασίλειος Νότης. Ήταν μοιραίο να γνωρίσει σε τόσο τρυφερή ηλικία την πιο σκληρή και απάνθρωπη όψη του πολέμου. Παγωμένο πια το χέρι της μάνας του δεν μπορούσε να του μεταδώσει τη θέρμη της αγάπης της, να καταλαγιάσει το κλάμα και να νικήσει κάθε φόβο, του είχε ωστόσο χαρίσει δύο φορές της ζωή.

Ο Κωνσταντίνος Αναστασίου περιγράφει με λεπτομέρειες στιγμή προς στιγμή τα γεγονότα της ημέρας εκείνης। Μόλις οι Γερμανοί έφτασαν στο Σπιθάρι, όσοι δεν ήταν κρυμμένοι τους προσέφεραν φαγητό (γάλα, αυγά και ό,τι άλλο είχαν) σε μια προσπάθεια να τους «καλοπιάσουν». 


Κανείς τους δεν άγγιξε τίποτα. Διέταξαν τη συγκέντρωση όλων κατά μήκος του δέματος και προετοιμάζονταν για την εκτέλεση. Ένας από τους πολυβολητές διεπληκτίσθηκε έντονα με τον ανώτερο του αξιωματικό και γυρίζοντας το πολυβόλο του προς το Κουκλέσι άρχισε να πυροβολεί, αδειάζοντάς το στον αέρα και εγκατέλειψε τρέχοντας προς τους προπορευόμενους Γερμανούς που έφευγαν με τους αιχμαλώτους. 

Ευαίσθητος και ρομαντικός; Κανείς δεν ξέρει. Σίγουρα όμως άνθρωπος που δεν μπορούσε να αφαιρέσει έτσι άδικα ζωή ανθρώπου. Έστησαν τα πολυβόλα σε ύψος 50 εκατοστών περίπου από τη γη και άρχισαν να πυροβολούν τυφλά τους συγκεντρωμένους στην κοιλιά. 

Τα κορμιά σωριάζονταν χτυπημένα στο χώμα και τα πολυβόλα χαμήλωσαν στους τριάντα πλέον πόντους και κατόπιν ακόμα πιο χαμηλά σύρριζα στο χώμα για να μην υπάρχει καμία περίπτωση να γλιτώσει κανείς.


ΠΗΓΗ.  greeksurnames