Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1824 - 24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1879)




O Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα την 1η Σεπτεμβρίου του 1824. 



Γιος του ηπειρωτικής καταγωγής Ιωάννη Βαλαωρίτη από τη Βαλαώρα Ευρυτανίας-πολιτευτή των Επτανήσων- και της Αναστασίας Τυπάλδου-Φορέστη, από ευγενή οικογένεια της Κεφαλλονιάς. 



Δείγμα της λατρείας προ την αρχαία Ελλάδα και τον κλασσικό πολιτισμό τους οποίους έτρεφε το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν η ονοματοδοσία του ποιητή με το όνομα Αριστοτέλης. 

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Λευκάδα και στην Κέρκυρα. 
Φοίτησε (1838-1841) στην Ιόνιο Ακαδημία και ακολούθως ταξίδεψε στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος και στην Ιταλία.  Ύστερα πήγε στο Ελβετικό κολλέγιο στη Γενεύη(1842-1844) , με κηδεμόνα τον Εϋνάρδο. 

Το 1844 έλαβε το Baccalauraet es letters et es sciences.
Στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη νομική σχολή (1844-1846), αλλά για λόγους υγείας μετέβη στην Πίζα στην Ιταλία και σπούδασε νομικά. 
Το 1848, στις 16 και 22 Μαΐου αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Δικαίου. Το επάγγελμα του δικηγόρου όμως δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση.

Από αρκετά νωρίς ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης εμπλέχθηκε στην πολιτική, και το 1857 εξελέγη στην Ιόνιο Βουλή, τασσόμενος με το κόμμα των Ριζοσπαστών και αγωνιζόμενος για την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα. 

Στα πλαίσια της ενωτικής κίνησης των Ιταλών και της ίδρυσης διαφόρων κομιτάτων τα οποία σαν αντανάκλαση των Ιταλικών ενεργειών θα προκαλούσαν ανάλογα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στη Βαλκανική, ιδρύεται από τον Βαλαωρίτη στη Λευκάδα παρόμοιο κομιτάτο. 

Ο Βαλαωρίτης μετέβη στην Ήπειρο και τον Ιούνιο του 1862 στο Μαυροβούνιο ως εκπρόσωπος κομιτάτων, μεταφέροντας χρήματα υπέρ του αγώνος των Μαυροβουνίων.

Η πολιτική του δράση μετά την Ένωση

Μετά δεν την ένωση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος των Επτανήσων στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση.

Διακρίθηκε με τη δήλωση που έκανε ότι οι συντοπίτες του θα συνεργάζονταν χωρίς προτίμηση για το ένα ή το άλλο κόμμα με το καταλληλότερο ή ικανότερο πρωθυπουργό αλλά και το πιο ανιδιοτελή.

Εκλέχθηκε δύο φορές (1865, 1868) βουλευτής με το κόμμα του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, αλλά κρατήθηκε μακριά από την ενεργό πολιτική και απέρριψε τρεις κυβερνητικές προτάσεις για ανάληψη υπουργικών χαρτοφυλακίων. 

Η αντίδρασή του στη φορολογική αφομοίωση των Επτανήσων με το φορολογικό σύστημα του Ελληνικού κράτους-έλεγε σε μια ομιλία του: 

«Το φορολογικόν σύστημα επαχθέστατο εν Ελλάδι δεν δύναται να εφαρμοσθή παρ΄ημίν»  Μέριμνά του είναι η ενότητα του Ελληνικού έθνους γι’ αυτό προβάλει μέσα από τις ομιλίες του στο κοινοβούλιο ,την προσήλωση στο θεσμό της μοναρχίας, ως παράγοντα εξισορρόπησης . 

Έτσι πολύ καλή ήταν η ιδιωτική και δημόσια σχέση που είχε με τον βασιλιά Γεώργιο.
 Οι διαβόητες για τη νοθεία τους εκλογές του 1868,οι αυθαιρεσίες της κυβερνητικής παράταξης κατά την επικύρωση των αποτελεσμάτων από τη βουλή, καθώς κι ένα επεισόδιο ανάμεσα στον ποιητή και τους αδελφούς Ιακωβάτους (στη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 1868, ο Βαλαωρίτης δεν θα διστάσει να ραπίσει τον Χαράλαμπο Τυπάλδο-Ιακωβάτο ενώ αντάλλαξε και γρονθοκοπήματα με τον Γεώργιο Τυπάλδο-Ιακωβάτο). 
Κατέληξε σε αποδοκιμασία της Βουλής για το άτομό του.

Και ως μέλος της Ελληνικής Βουλής συνεχίζει να δρα για την προώθηση των εθνικών δικαίων. Στα τέλη του 1866 γίνεται μέλος της ‘’Κεντρικής υπέρ των Κρητών Επιτροπής’’ χρηματίζοντας και γραμματέας αυτής. Τέλη Σεπτεμβρίου του 1868 κατέρχεται μυστικώς στην Κρήτη.

Η μετά την απόσυρση του Βαλαωρίτη από την πολιτική δράση

Απογοητευμένος από τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας  αποσύρθηκε στο νησί Μαδουρή, όπου ασχολήθηκε με την συγγραφή ποιημάτων και ιστορικών μελετών. 
Πέθανε στις 24 Ιουλίου του 1879 λόγω καρδιακής προσβολής.


Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποίησης του Βαλαωρίτη-επιρροές

Τα γνωρίσματα του ποιητικού του έργου ήταν: ο πραγματισμός, η αφηγηματικότητα, η ιστορική, εθνοκεντρική, πατριδολατρική και λανθανόντως μεγαλοϊδεατική θεματική, η ρητορικότητα, η ροπή προς τον διδακτισμό, η εμποτισμένη από το δημοτικό τραγούδι της ηπειρωτικής Ελλάδας γλώσσα. 

Ως προς τη χρήση της ιστορίας στην ποίηση του, «εξαντλείται στην ιστορική στιγμή: η ποίησή του πηγαίνει να συναντήσει τα ιστορικά πρόσωπα, τα οποία προέρχονται κυρίως από το μαρτυρολόγιο των ηρώων του 1821». 

Ο ίδιος δεν αυτοπροσδιοριζόταν ως ρομαντικός, αλλά ως ιστορικός. 
Είχε διαλέξει την «πραγματολογική ιστορία για βάση της ποιητικής του έμπνευσης. 
Όμως αυτή η προσέγγιση από τον ίδιο του έργου του δεν εμπόδισε «την κυριαρχία του ρομαντικού ιστορισμού στην ποίησή του».

Ως προς το πραγματολογικό υλικό του αυτό δεν σχετίζεται με την προσωπική ζωή του ποιητή, με τη σύγχρονή του κοινωνική πραγματικότητα της Λευκάδας και του ελεύθερου κράτους. 

Τα θέματά του αντλούνται από την Επαναστατική και προεπαναστατική εποχή, την Λατινοκρατία, τους αγώνες των κλεφτών, των αρματολών και των Σουλιωτών. 

«Οι ήρωες ενεργούν μέσα σε ένα κλίμα αφύσικα υψωμένο […]»

 Κυρίαρχο μέτρο στην ποίησή του είναι ο δημοτικός ομοιοκατάλληκτος δεκαπεντασύλλαβος, ο οποίος στα τελευταία του ποιήματα εγκαταλείπεται.

Ο Βαλαωρίτης είναι από τους πρώτους λογοτέχνες που θεματογραφεί ηθογραφικά στοιχεία στην Ελληνική λογοτεχνία . 


Η κατασκευή του ‘’Εθνικού’’ ποιητή

Στην περίπτωση του Βαλαωρίτη ο τίτλος του ‘’εθνικού ποιητή’’ δόθηκε διότι «αντλούσε σχεδόν αποκλειστικά τα θέματά του από τη νέωτερη ελληνική ιστορία και επειδή υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα όχι μόνο με το λόγο του αλλά και εμπράκτως». 

Όμως με δεδομένο πως και άλλοι ποιητές και πεζογράφοι της εποχής του αντλούσαν από το ίδιο υλικό, η Έρη Σταυροπούλου, εξηγεί πως η διάκριση αυτή του Βαλαωρίτη οφειλόταν 

α) στη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποίησε –θελκτικό στοιχείο για το ακροατήριό του μα που άρμοζε και με το «ήθος και τη φωνή των διαφόρων ηρώων του» 

β)στο πάθος και το τραγικό μεγαλείο με το οποίο πρόβαλε τους ήρωές του. 

γ) η συγκυρία επέτεινε όλα αυτά Κι έτσι ήταν επακόλουθο οι κριτικοί να επισημάνουν «διαρκώς θετικά», αυτά τα δεδομένα, «αναδεικνύοντας τον Βαλαωρίτη στον εγκυρότερο ποιητικό εκφραστή της Μεγάλης Ιδέας.

Το 1906 συστήνεται επιτροπή με σκοπό την διεξαγωγή εράνου για την κατασκευή προτομής προς τιμήν , όπως αναφέρεται , του ‘’εθνικού ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. 


Εργογραφία

Τα πρώτα δείγματα γραφής του είναι οι επιστολές που συντάσσει προς τη μητέρα του την εποχή που ταξιδεύει στην Ελλάδα και στην Ιταλία ,πριν την έναρξη των σπουδών του. 

Στα 1847 φοιτητής όντας, τυπώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του, ‘’Στιχουργήματα’’ . 

Το 1859 τυπώνει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, ‘’Μνημόσυνα’’ και το 1859 τη μεγάλη ποιητική του σύνθεση ‘’Η Κυρά Φροσύνη’’ 
 Επίσης πραγματοποίησε κι μεταφράσεις, όπως ποιήματα του Βίκτωρα de Laprade

Ποιήματα


  •     Η Κυρά Φροσύνη (1859)
  •     Αθανάσιος Διάκος (1867)
  •     Θανάσης Βάγιας (1867)
  •     Αστραπόγιαννος (1867)
  •     Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε (1872)
  •     Ο Φωτεινός (ημιτελές)

Συλλογές


  •     Στιχουργήματα (1847)
  •     Μνημόσυνα (1857)

Διάφορα


  •     Ποιήματα (δίτομο) (1891)
  •     Εργα (1893)
  •     Βίος και έργα (τρίτομο) (1907)
  •     Ποιήματα ανέκδοτα (1937)
  •     Τα άπαντα (δίτομο) (1968)




ΠΗΓΗ. el.wikipedia



Ο βράχος και το κύμα  - Αριστοτέλης Βαλαωρίτης



«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;

Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...

Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...

Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.

Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να 'ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.