Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Μνημόνια διαρκείας με άξονα τη «βιωσιμότητα» του χρέους

ΔΕΥΤΕΡΑ 29-5-2017


Η «βιώσιμη» διαχείριση του ελληνικού κρατικού χρέους, με άλλα λόγια η «έγκαιρη και στο ακέραιο» αποπληρωμή των τοκοχρεολυτικών δόσεων που φορτώνονται στις πλάτες του λαού, για υποθέσεις ξένες και εχθρικές προς τα πραγματικά συμφέροντα και τις ανάγκες του, φέρνει στην επιφάνεια το χαρακτήρα της αντιλαϊκής διαπραγμάτευσης, των ανταγωνισμών και των διαιρέσεων που εκδηλώνονται ανάμεσα στην Ευρωζώνη και το ΔΝΤ.

Σχετικά και απόλυτα, όλα τα εξεταζόμενα σενάρια, με τις όποιες παραλλαγές τους, έρχονται να «κουμπώσουν» με τα μνημόνια διαρκείας, με την εμπέδωση και την κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής και μάλιστα σε ορίζοντα πολλών δεκαετιών, με στόχο τη διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που κρίνονται αναγκαίες για την αποκατάσταση κλίματος επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και για την προσέλκυση νέων κερδοφόρων επενδύσεων.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από έγγραφο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), που συζητήθηκε στο Γιούρογκρουπ της περασμένης βδομάδας, η αποκατάσταση του ΑΕΠ στα επίπεδα που βρισκόταν το 2008, πριν από την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, θα απαιτήσει τουλάχιστον μια ακόμη 20ετία, μέχρι και το 2038!

Σε αυτό το επίπεδο, οι προβλέψεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, γύρω από τους εξαιρετικά ισχνούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάκαμψης, έρχονται να οξύνουν τα αντιλαϊκά ανακλαστικά με την «υπερπαραγωγή» πρωτογενών πλεονασμάτων για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο, μέχρι και το 2060.

Τρία σενάρια, όλα αντιλαϊκά
Με βάση τα σενάρια που έχει επεξεργαστεί ο ESM (ο μηχανισμός χρηματοδότησης προς το ελληνικό κράτος από την πλευρά της Ευρωζώνης), προκύπτουν τα εξής:

1. Η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη για τους ρυθμούς ανάκαμψης στην ελληνική οικονομία υπολογίζεται κατά μέσο όρο μόλις στο 1,3% το χρόνο για την περίοδο μέχρι το 2060, με βάση το κεντρικό σενάριο.
Να σημειωθεί ότι η σωρευτική κατρακύλα του παραγόμενου ΑΕΠ από το 2008 μέχρι σήμερα έχει φτάσει στο 26%, ποσοστό που με βάση τις προβλέψεις τους θα ανακτηθεί μετά από 20 χρόνια, δηλαδή το 2038.

2. Με τη μεγαλύτερη δυνατή ελάφρυνση του κρατικού χρέους, στη βάση της συμφωνίας στο Γιούρογκρουπ, το Μάη του 2016, το «αναγκαίο» πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώνεται στο 3,5% μέχρι το 2022, με δυνατότητα «αποκλιμάκωσης» στο 2% μέχρι τα μέσα του 2030 και στο 1,5% μέχρι το 2048. 

Σε αυτό το σενάριο, ο μέσος αντιλαϊκός στόχος για τα πλεονάσματα της περιόδου 2023-2060 διαμορφώνεται στο 2,2% ανά έτος.
3. Με βάση τα παραπάνω, η αναλογία του κρατικού χρέους ως προς το ΑΕΠ, από περίπου 180% σήμερα, αναμένεται να υποχωρήσει στο 65,4% το 2060, δηλαδή περίπου στα όρια που προβλέπει το «Σύμφωνο Σταθερότητας» της ΕΕ.
Οπως προκύπτει, η απομείωση της μάζας του κρατικού χρέους θα υποχωρεί με ρυθμό της τάξης του 2,7%, κατά μέσο όρο, ανά έτος. Ετσι, η διέξοδος του ελληνικού κράτους για νέα δάνεια από τις χρηματαγορές θα γίνεται με το πλαφόν που θα προκύπτει για τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του, ενώ η ουσιαστική εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους θα γίνεται μέσω της υπερπαραγωγής των πλεονασμάτων που φορτώνουν στις πλάτες του λαού.

Τα ποσοστά της επίσημης ανεργίας, με βάση τις προβλέψεις του ΔΝΤ για την προσεχή περίοδο, προβλέπεται ότι θα παραμένουν ουσιαστικά «στο ύψος τους». Θυμίζουμε, για παράδειγμα, τις σχετικά πρόσφατες επισημάνσεις από τον επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος, Π. Τόμσεν, σύμφωνα με τον οποίο, θα χρειαστούν 21 χρόνια προκειμένου η επίσημη ανεργία στην Ελλάδα να υποχωρήσει στα προ κρίσης επίπεδα.

Σε κάθε περίπτωση, το χαμήλωμα του πήχη για τα πρωτογενή πλεονάσματα που βάζει το ΔΝΤ στο αντιλαϊκό τραπέζι, καθώς και η «ελάφρυνση» του κρατικού χρέους, συνδέονται με την «απελευθέρωση» δημοσιονομικού χώρου, προκειμένου να εφαρμοστούν νέα μέτρα και παρεμβάσεις για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών ομίλων.

Για την ώρα και ενώ τα παζάρια συνεχίζονται, το ύψος των πλεονασμάτων στο 3,5% του ΑΕΠ «κλείδωσε» για την περίοδο 2018 - 2023, δηλαδή για μια 5ετία μετά την προγραμματισμένη τυπική λήξη του τρέχοντος μνημονίου.

Οι ανταγωνισμοί με το ΔΝΤ
Το ΔΝΤ, από την πλευρά του, αναμένει μέσο ρυθμό ανάκαμψης μόλις στο 1% για τη μακροπρόθεσμη περίοδο, θέτοντας ζήτημα μεγαλύτερων παρεμβάσεων στο χρέος, με τον επιμερισμό της χασούρας στην Ευρωζώνη.

Την ίδια ώρα, στο τραπέζι βρίσκεται η πρόταση για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο «πρόγραμμα» με αυξημένες αρμοδιότητες και ειδικό ρόλο, αλλά χωρίς την παροχή νέων δανείων προς το ελληνικό κράτος, μέχρις ότου καταλήξουν τα παζάρια για τη «βιωσιμότητα» του κρατικού χρέους. 

Μάλιστα, γύρω από τη συγκεκριμένη πρόταση φαίνεται να ξεδιπλώνονται οι απόπειρες συμβιβασμού μεταξύ της γερμανικής κυβέρνησης και της πλευράς του ΔΝΤ.

Η συγκυβέρνηση από την πλευρά της επιχειρεί να ελιχθεί, διεκδικώντας την άμεση συμμετοχή του ΔΝΤ και μέσω νέων δανείων, σε συνδυασμό βέβαια με τη λύση για το κρατικό χρέος που επιλέγει το ΔΝΤ, προκειμένου, όπως λένε, να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη ελληνικών ομολόγων στα προγράμματα «ποσοτικής χαλάρωσης» της ΕΚΤ, καθώς για την έξοδο στις διεθνείς χρηματαγορές, προς αναζήτηση νέων δανείων.

Παράλληλα, όπως χαρακτηριστικά τόνισε τις προάλλες ο Αλ. Τσίπρας, «αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί είτε πάρουμε μια συμφωνία για το χρέος σαν αυτή που μας παρουσίασε προχθές ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και αρνηθήκαμε, όχι δηλαδή τόσο αισιόδοξη που θα αντιστοιχούσε στις θυσίες του ελληνικού λαού, πόσο δε μάλλον με μια καλύτερη λύση την οποία διεκδικούμε και την οποία διαπραγματευόμαστε τούτες τις ώρες και τις επόμενες μέρες».

Οπως ανάγλυφα προκύπτει και από τις πρωθυπουργικές δηλώσεις, τα παζάρια και οι όποιες μανούβρες και γύρω από το ζήτημα του κρατικού χρέους, για λογαριασμό του εγχώριου κεφαλαίου, αποτελούν μια ακόμη προαναγγελία για τα διαδοχικά αντιλαϊκά μέτρα, είτε με τη συμμετοχή του ΔΝΤ είτε και χωρίς αυτό.

Συνοδευτικό πακέτο παρεμβάσεων
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Β. Σόιμπλε, στο πλαίσιο του πρόσφατου Γιούρογκρουπ, τόνισε χαρακτηριστικά: 

«Το ΔΝΤ θέλει να κάνει προγνώσεις για την Ελλάδα, εν ανάγκη ακόμα και μέχρι το 2070 και μια υπόθεση ανάπτυξης όχι πάνω από 1% για 40 χρόνια», προβλέψεις που «δεν μπορούν να αποδεχτούν οι Ευρωπαίοι, διότι μετά δεν θα είχαν νόημα τα ευρωπαϊκά προγράμματα για την Ελλάδα» (σ.σ. που στοχεύουν σε μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης).

Σύμφωνα με τον ίδιο, «νόημα έχει να αναπτυχθεί η Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες, τόσο ώστε να μικρύνουν οι διαφορές της ανταγωνιστικότητάς της με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και όχι να μεγαλώσουν».

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πληροφορίες του «Ριζοσπάστη», η γερμανική πλευρά έχει επεξεργαστεί πρόταση για την τόνωση της προσπάθειας ανάκαμψης στην ελληνική οικονομία, η οποία μεταξύ άλλων περιέχει την παράταση του τρέχοντος καθεστώτος για τις Συλλογικές Συμβάσεις και για την περίοδο μετά το 2018, καθώς επίσης και συνοδευτικό πακέτο με «διαρθρωτικές παρεμβάσεις», όπως για το «άνοιγμα» των αγορών και άλλα μέτρα τόνωσης του εγχώριου κεφαλαίου, ζητήματα στα οποία ταυτίζεται και η πλευρά του ΔΝΤ.

Τέλος, χωρίς να έχουν γίνει γνωστές οι συνολικές προτάσεις, γίνεται ορατό το ενδεχόμενο προώθησης κάθε είδους «επενδυτικών προγραμμάτων της ΕΕ», στα οποία άλλωστε ανοιχτά αναφέρθηκε ο Β. Σόιμπλε, ως «αντάλλαγμα» για τυχόν μικροπαρεμβάσεις στο ζήτημα του χρέους...




ΠΗΓΗ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ