Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ UNICEF ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - Το ποσοστό παιδικής φτώχειας από το 20,7% το 2009 εκτινάχθηκε στο 55,1% το 2014

ΠΕΜΠΤΗ 6-4-2017



Ηετήσια έκθεση της UNICEF με θέμα «Η κατάσταση των παιδιών στην Ελλάδα 2017» μετράει συγκριτικά τα στατιστικά στοιχεία (ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat) σχετικά με τη διακύμανση της παιδικής φτώχειας από το 2009 έως το 2015 και δείχνει ότι αυτή εκτινάχτηκε στα πρώτα πέντε χρόνια της κρίσης, με αποτέλεσμα να μετράμε το 2015 μισό εκατομμύριο παιδιά στη χώρα που ζουν σε φτωχές οικογένειες, με τάση περαιτέρω αύξησης τα επόμενα χρόνια.

Είναι ξεκάθαρο ότι η καπιταλιστική οικονομική κρίση και οι πολιτικές στήριξης της στρατηγικής του κεφαλαίου για ανάκαμψη των κερδών του καταδικάζουν εργατικές - λαϊκές οικογένειες και τα παιδιά τους να βυθίζονται όλο και περισσότερο στη φτώχεια, να μην μπορούν να καλύψουν βασικές τους ανάγκες. 

Αν και τα στατιστικά στοιχεία έχουν πάντα μία σχετικότητα ως προς το εάν αντανακλούν ολοκληρωμένα την πραγματική εικόνα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε μερικά από αυτά.

Σύμφωνα με την έκθεση: «(...) τα παιδιά αντιμετωπίζουν πλέον σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και αποστέρησης σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό». 

Εξηγείται ακόμα ότι «η βίωση της φτώχειας κατά την παιδική ηλικία οδηγεί σε συσσώρευση μειονεκτημάτων που θα επηρεάσουν αρνητικά τα μελλοντικά τους επιτεύγματα κατά την ενήλικη ζωή, συμβάλλοντας έτσι την αναπαραγωγή της φτώχειας και των ανισοτήτων». 

Ξεκαθαρίζεται δε ότι «σε χώρες όπως η Ελλάδα, η φτώχεια των παιδιών και των ενηλίκων αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. 

Η φτώχεια των παιδιών αντανακλά τη φτώχεια των νοικοκυριών - οικογενειών που αυτά ανήκουν». Στην έκθεση επισημαίνεται, ακόμα, η ανυπαρξία μέτρων για την ανακούφιση των λαϊκών οικογενειών από τη φτώχεια.

Μισό εκατομμύριο παιδιά στη χώρα ζουν σε φτωχές οικογένειες



















Το ποσοστό σχετικής παιδικής φτώχειας το 2014 φτάνει το 26,6%, από 23% που ήταν το 2009. 

Ομως, αυτός ο δείκτης της σχετικής φτώχειας δεν αποτυπώνει καθαρά την πραγματικότητα, καθώς η μείωση των εισοδημάτων από το 2009 μειώνει και το εκάστοτε όριο σχετικής φτώχειας (που ορίζεται ως το 60% του διάμεσου εισοδήματος των ατόμων της χώρας).

Ετσι, στην έκθεση γίνεται και μέτρηση με βάση ένα διαχρονικά σταθερό όριο φτώχειας (αυτό του 2007), όπου αποτυπώνεται πως με βάση αυτό το όριο, το ποσοστό παιδικής φτώχειας από 20,7% το 2009, εκτινάσσεται στο 55,1% το 2014! 

«Αυτό σημαίνει ότι το 2014 το 55,1% των παιδιών της χώρας είχε συνθήκες διαβίωσης αντίστοιχες με αυτές που είχε το 20,7% των παιδιών το 2009», σημειώνεται εύλογα στην έκθεση.

Για να γίνουν πιο κατανοητές κάποιες πλευρές αυτών των συνθηκών διαβίωσης, παράλληλα με το δείκτη της φτώχειας, στην έκθεση χρησιμοποιείται και ο δείκτης της αποστέρησης. 

Συγκεκριμένα, «ένα παιδί βιώνει αποστέρηση αν ζει σε νοικοκυριό που αδυνατεί να ικανοποιήσει 3 από τις 9 βασικές ανάγκες (συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες) που θεωρούνται κρίσιμες για την ευημερία και το επίπεδο διαβίωσης των ατόμων», ενώ σε ακραία αποστέρηση είναι τα νοικοκυριά που αδυνατούν να ικανοποιήσουν 4 από τις 9 αυτές ανάγκες. Ανάμεσα στις ανάγκες που εξετάζονται ξεχωρίζουμε:
  • Αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών: Το 2009 το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν μπορούσαν να τους αποπληρώσουν ήταν 33,9%, ενώ το 2015 αυτό το ποσοστό έφτασε στο 58,5%.
  • Εξασφάλιση επαρκούς θέρμανσης στο σπίτι: Το 2009 το 17,3% των νοικοκυριών δεν μπορούσαν να την εξασφαλίσουν, ενώ το 2015 το 29,6% δεν μπορούσαν να την εξασφαλίσουν.
  • Αντιμετώπιση έκτακτων αλλά αναγκαίων δαπανών: Το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε τέτοιες ανάγκες, από 25,8% το 2009 εκτινάσσεται σε 54,4% το 2015.
  • Μία βδομάδα διακοπές το χρόνο: Από το 2009 ακόμα ήταν υψηλό το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε μια βδομάδα διακοπών και έφτανε στο 43,6%, αλλά μέχρι το 2015 ανέβηκε κι άλλο κι έφτασε στο 55,8%.
  • Γεύμα με ψάρι ή κρέας κάθε δεύτερη μέρα: Εδώ το ποσοστό σχεδόν διπλασιάστηκε και από 8,8% που ήταν το 2009 το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν μπορούσαν να έχουν τέτοια γεύματα, έφτασε το 2015 να είναι 16,6%.
Οι υπόλοιπες από τις 9 ανάγκες που εξετάζονται για τη μέτρηση του δείκτη της αποστέρησης είναι η κατοχή τηλεφώνου, κατοχή έγχρωμης τηλεόρασης και κατοχή πλυντηρίου, όπου τα ποσοστά των νοικοκυριών που δεν έχουν ήταν και παραμένουν μικρότερα της μίας ποσοστιαίας μονάδας, καθώς και η κατοχή αυτοκινήτου, ανάγκη που το 2009 δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το 6,3% των νοικοκυριών και το 2015 δεν μπορούσε το 8,8% των νοικοκυριών.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι η παιδική αποστέρηση στην Ελλάδα φτάνει σε ποσοστό 45% και η ακραία αποστέρηση σε ποσοστό 22,2%. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα ποσοστά στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος της παιδικής αποστέρησης είναι 17% και της ακραίας αποστέρησης 8,1%, ενώ τα ποσοστά που σημειώνει η Ιταλία (που έρχεται δεύτερη στην ΕΕ μετά την Ελλάδα σε αυτούς τους δείκτες) είναι 24,6% στην παιδική αποστέρηση και 11,5% στην ακραία αποστέρηση, δηλαδή σχεδόν μισά από τα ποσοστά της Ελλάδας.

Επιτακτική ανάγκη τα άμεσα μέτρα ανακούφισης των λαϊκών οικογενειών
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, προβάλλει ως άμεση και επιτακτική η ανάγκη λήψης ουσιαστικών μέτρων ανακούφισης των λαϊκών οικογενειών, μέτρων άμεσης οικονομικής ενίσχυσης, αλλά και κοινωνικών μέτρων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των παιδιών σε μια σειρά αγαθά.

Για παράδειγμα, εδώ και πάνω από 5 χρόνια σημειώθηκαν οι πρώτες λιποθυμίες παιδιών σε σχολεία (φαινόμενο που συνεχίζεται με πρόσφατο νέο κρούσμα στην Πάτρα πριν ένα μήνα), από την πρώτη στιγμή διατυπώθηκε το στοιχειώδες αίτημα για έκτακτο κονδύλι προς τους δήμους για διανομή δωρεάν γευμάτων στα σχολεία, όμως τα γεύματα που δίνονται αφορούν μόνο λίγες χιλιάδες μαθητές και όχι για όλη τη χρονιά, ενώ στην Αττική ένα υποτυπώδες πρόγραμμα διανομής κολατσιού εφαρμόζεται μόνο στα δημοτικά σχολεία που δεν έχουν κυλικείο, λες και αυτό φταίει που τα παιδιά μένουν νηστικά κι όχι η φτώχεια τους...

Αντίστοιχα, στις λέσχες πανεπιστημίων και ΤΕΙ μειώνονται αντί να αυξηθούν οι δικαιούχοι δωρεάν σίτισης, ενώ δεν έχει σημειωθεί η παραμικρή πρόοδος σε γενικότερα αναγκαία ζητήματα φοιτητικής μέριμνας, όπως δωρεάν στέγαση, μετακινήσεις και εξασφάλιση όλων των υλικών (αναλώσιμα, σημειώσεις κ.ά.) που χρειάζονται οι φοιτητές για τις σπουδές τους, ώστε να μη χρειάζεται να βάζουν ούτε ένα ευρώ από την τσέπη τους για αυτές.

Αντίθετα, οι λαϊκές οικογένειες καλούνται να βάζουν διαρκώς το χέρι στην τσέπη για να καλύπτουν ανάγκες των παιδιών τους που θα έπρεπε να καλύπτονται δωρεάν από το κράτος. 

Για παράδειγμα, είναι συχνό φαινόμενο στις σχολικές εκδρομές που πηγαίνουν οι μαθητές του Δημοτικού, να μη συμπληρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών για να παρακολουθήσουν π.χ. ένα θέατρο ή για να επισκεφτούν ένα κέντρο αθλητικών δραστηριοτήτων, όταν το αντίτιμο για αυτές τις εκδρομές φτάνει στα 8 και στα 10 ευρώ για κάθε μαθητή! 

Ακόμα περισσότερο, στο Γυμνάσια και στο Λύκειο, οι πολυήμερες εκδρομές φτάνουν στα 300 και στα 400 ευρώ ανά μαθητή! 

 Αποτέλεσμα είναι να αποκλείονται και πάλι τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που θα μπορούσαν έστω μέσω του σχολείου, αν ήταν δωρεάν οι σχολικές εκδρομές και επισκέψεις, να αποκτήσουν μια πρόσβαση στο θέατρο, τον κινηματογράφο, σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, γενικότερα στον πολιτισμό, στη γνωριμία με άλλους τόπους όπου δεν μπορούν αλλιώς να πάνε κ.ο.κ.

Αντίστοιχα, ένα εκτεταμένο δίκτυο δωρεάν παιδικών κατασκηνώσεων θα μπορούσε να ανακουφίσει τις πάνω από τις μισές οικογένειες της χώρας που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους ούτε μια βδομάδα διακοπές το χρόνο.

Και φυσικά, όταν προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους τους νέους, τα όποια αποσπασματικά μέτρα πάρθηκαν τα χρόνια της κρίσης δεν εξασφάλισαν ολοκληρωτικά ούτε καν τον δωρεάν εμβολιασμό όλων των παιδιών στα σχολεία...


ΠΗΓΗ.  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ