Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Γουμένισσα Κιλκίς - Χάλκινα και βόλτες στη φύση

ΔΕΥΤΕΡΑ 3-4-2017


Οι παραμυθένιοι Καταρράκτες του Σκρα. (Φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης) 


H Γουμένισσα είναι η πρωτεύουσα της Επαρχίας Παιονίας του Νομού Κιλκίς στην Κεντρική Μακεδονία. 
Απέχει 69 χλμ ΒΔ από τη Θεσσαλονίκη, 539 χλμ ΒΔ από την Αθήνα και 20 χλμ βόρεια από την Πέλλα. 
Είναι επίσης η έδρα της Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου. Έγινε γνωστή από τα κρασιά και τα μετάξια της.



Ιστορία

Ελληνιστική περίοδος

Η Γουμένισσα βρίσκεται στη καρδιά της αρχαίας Παιονίας, της χώρας των Παιόνων, που η ιστορία τους ξεκινά από το Τρωικό Πόλεμο και οι οποίοι συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία.

Ρωμαϊκή περίοδος (146 π.Χ. - 330 μ.Χ.)

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Μακεδονίας το 146 π.Χ., η Παιονία έγινε τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας.

Βυζαντινή περίοδος (330 - 1387)

Όταν χωρίσθηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Δυτική με έδρα τη Ρώμη και Ανατολική με έδρα τη Κωνσταντινούπολη, η περιοχή περιήλθε στον έλεγχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντινή Αυτοκρατορία). 

Μετά την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204 και μέχρι το 1224, η περιοχή ήταν μέρος του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. 
Το 1224 ήλθε στον έλεγχο του ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και τελικώς επανήλθε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1246.

Η τοπική παράδοση διέσωσε πως στα βυζαντινά χρόνια η περιοχή της Γουμένισσαςπαραχωρήθηκε στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους και έγινε θρησκευτικό κέντρο με πυρήνα το μοναστήρι της Παναγίας. Με τη συνένωση μικρών αγροκτηνοτροφικών οικισμών δημιουργήθηκε μια δυναμική κωμόπολη που θα ονομασθεί Γουμένισσα. 
Το όνομά της το πήρε από κάποιον Ηγούμενο της Μονής που είχε συλληφθεί και απαγχονισθεί από ληστές.

Οι νεότερες έρευνες απέδειξαν πως ο ναός της Παναγίας της Γουμένισσας που σήμερα λειτουργεί ως Μονή, ήταν πάντα ενοριακός του οικισμού, ενώ η Μονή των Ιβήρων, όντως είχε στη Γουμένισσα μετόχι αφιερωμένο στην Παναγία (στα Εισόδιά Της)το οποίο βρίσκονταν στην γειτονιά, όπου και ο ναός που προαναφέρθηκε.
 
Οθωμανική περίοδος (1387 - 1912)

Η Γουμένισσα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1387. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν, με σουλτανικό φιρμάνι, αυτοδιοικούμενη με προνόμια πόλη, δηλαδή μουκατάς, διότι οι κάτοικοί της ήταν υποχρεωμένοι να ασχολούνται με την δημιουργία υφασμάτων από τα οποία κατασκευάζονταν οι στολές του Οθωμανικού στρατού. 

Γνώρισε έτσι μεγάλη ακμή και άνθιση ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα ως εμπορικό, βιοτεχνικό, γεωργικό και θρησκευτικό κέντρο της περιοχής. 
Η παραγωγή κρασιού την έκανε γνωστή πέρα από τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στην Κεντρική Ευρώπη. Διοικητικά ανήκε στον καζά των Γιαννιτσών και ήταν έδρα ναχτιέ.

Αν και περιοχή με προνόμια, δεν ήταν εν τούτοις αμέτοχη στον Αγώνα του 1821.
Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, οι Οθωμανικές Αρχές ερεύνησαν τις οικίες και βρήκαν 49 τουφέκια. 

Οι κάτοικοι τιμωρήθηκαν σκληρά και υποχρεώθηκαν να δώσουν ότι είχαν σε χρήματα, τρόφιμα και άλλο υλικό, όπως ζώα και άμαξες στον Πασά της Θεσσαλονίκης Αβδούλ Αμπούδ. Οι κάτοικοι δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως στη διαταγή του Πασά Αβδούλ Αμπούδ γι αυτό και ο τελευταίος εξαπέλυσε βίαιο εξισλαμισμό. 

Όλα τα επόμενα χρόνια ληστρικές ομάδες Τουρκαλβανών πραγματοποιούσαν επιδρομές στην περιοχή προκαλώντας καταστροφές στο έμψυχο και άψυχο υλικό της. Από το 1878 η κατάσταση χειροτερεύει με την πανσλαβιστική προπαγάνδα να καταβάλλει προσπάθεια αλλοίωσης του ελληνικού χαρακτήρα των κατοίκων. 

Η προπαγάνδα χρησιμοποίησε όλα τα μέσα αλλά οι κάτοικοι της Γουμένισσας με ειρηνικά μέσα ίδρυσαν μεγαλοπρεπέστατο ελληνικό Εκπαιδευτήριο. 

Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν μετά από έρανο μεταξύ των κατοίκων και από τη δωρεά του απλού και αγράμματου πατριώτη και τοπικού ευεργέτη Θάνου Ζελέγκου. Πρωτοστάτης του έργου ήταν ο Μητροπολίτης Εδέσσης , όπου εκκλησιαστικά υπαγόταν τότε η Γουμένισσα, Ιερόθεος.

Ιδρύθηκε επίσης Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα η οποία έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στην όλη πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη και κίνηση της περιοχής.

Στον Μακεδoνικό Αγώνα (1903-1908) έδρασαν στην περιοχή αξιόλογα παραστρατιωτικά σώματα ντόπιων οπλαρχηγών όπως του Ιωάννη Παπαγεωργίου, των αδελφών Δογιάμα, του Ναούμη, του Σιωνίδη και του Καραϊσκάκη. 

Δρούσαν όμως και σώματα και πολλών αξιωματικών του ελληνικού στρατού. Μεταξύ αυτών ήταν οι Μωραΐτης, Φραγκόπουλος, Παπαδόπουλος, Κακουλίδης και πολλοί άλλοι. 

Τα σώματα αυτά συνεργάζονταν ανοιχτά ή σιωπηρά με τις οθωμανικές Αρχές, αφού αντίπαλος και των δύο ήταν οι Βούλγαροι. Μεγάλη η συμβολή των διδασκάλων των Εκπαιδευτηρίων, όπως του πρωτομάρτυρα του Μακεδονικού Αγώνα δασκάλου Ιωάννη Πίτσουλα,που οι Βούλγαροι τον κρέμασαν, καθώς σημαντική επίσης η συμβολή του ιατρού Άγγελου Σακελαρίου που προΐστατο του Ελληνικού Κομιτάτου της Γουμένισσας, αλληλογραφούσε με τον Παύλο Μελά και είχε προσωπικό φίλο τον Ίωνα Δραγούμη. 

Ο τελευταίος επισκέφθηκε δύο φορές τη Γουμένισσα και οι επισκέψεις εκείνες έμειναν ιστορικές. Τριάντα χρόνια αργότερα η Πινελόπη Δέλτα θα γράψει το έργο, που εκτυλίσσεται γύρω από τη Λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, Τα Μυστικά του Βάλτου.

Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 και τη μη πραγματοποίηση των όσων επαγγέλονταν, πολλοί κάτοικοι της Γουμένισσας και της επαρχίας της για να μη΄σταρτευθούν στο τουρκικό στρατό μετανάστευσαν κυρίως στη Β. Αμερική.

Στις 23 Οκτωβρίου 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό Στρατό και μαζί της και όλη η επαρχία της που μετέπειτα πήρε το αρχαίο όνομά της Παιονία. Την περίοδο 1912-1919 αποτέλεσε Δήμο και ήταν ο μοναδικός στον μετέπειτα (από το 1935-36) Ν. Κιλκίς στον οποίο εντάχθηκε.

Νεοελληνική περίοδος

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τέλη 1915, Γαλλο - βρετανικά στρατεύματα προέλασαν στη περιοχή της Παιονίας. Οι Γάλλοι έκαναν έδρα τους στο Μακεδονικό Μέτωπο τη Γουμένισσα και τον Μάιο του 1917 οι συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ νίκησαν τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα στη Μάχη του Σκρα.

Οι Γάλλοι άφησαν έντονα τα σημάδια τους, γιατί κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους ασχολήθηκαν και με ειρηνικά έργα όπως η ανέγερση νοσοκομείου και εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. 

Το 1917, έτος αναχώρησής τους, Γάλλοι στρατιώτες έκτισαν και το Συντριβάνι στην Κεντρική Πλατεία, ως ανάμνηση της διέλευσής τους όπου πάνω αναγράφεται η πρόταση : "ΔΙΑΒΑΤΑ ΕΝΘΥΜΟΥ ΤΟΝ ΓΑΛΛΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ". 

Οι Γάλλοι αναθέρμαναν και την παλιά φιλία μεταξύ Γουμένισσας και Γαλλίας που οφείλονταν στην εμπειρία των ξακουστών κρασιών και μεταξιών της από τον προηγούμενο αιώνα. Για πολλά χρόνια Γάλλοι βετεράνοι επισκέπτονταν τη Γουμένισσα κάθε χρόνο και συνεχίζουν οι απόγονοί τους μέχρι και σήμερα.

Με τις ανταλλαγές πληθυσμών που ακολούθησαν το 1923, μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας, ο ελληνόφωνος πληθυσμός ενισχύθηκε από πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, το Πόντο και την Ανατολική Ρωμυλία.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γουμένισσα ήταν υπό γερμανική κατοχή από τον Απρίλιο του 1941 έως τον Οκτώβριο του 1944. Κατά τη δεκαετία του 1950 ακολούθησε μαζική μετανάστευση στις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία,Δυτική Γερμανία καθώς και εσωτερική μετανάστευση κυρίως στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα. 

Τη δεκαετία του 1980 επετράπη στους πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου να επιστρέψουν.



                                       ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ 1917
Τα μοναδικά έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι μόνο η αφορμή για να ταξιδέψετε σ’ ετούτη την πανέμορφη και ξεχωριστή μακεδονική κωμόπολη με τη μακρά μουσική παράδοση, την ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική και τη μαγευτική φύση τριγύρω.

Ενα από τα πιο εντυπωσιακά έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη Γουμένισσα του νομού Κιλκίς, μια μικρή πόλη 4.500 κατοίκων χτισμένη στους πρόποδες του όρους Πάικο. 

Η περιοχή είναι γνωστή, μεταξύ άλλων, για τους αμπελώνες της και την άγρια φυσική ομορφιά της, πρωτίστως όμως για τα περίφημα «χάλκινα», όπως ονομάζονται οι μπάντες των πνευστών οργάνων που είναι πλέον συνυφασμένες με την παράδοση της πόλης. 

Η περιφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή στη Γουμένισσα περιλαμβάνει τη ζωντανή εμφάνιση αυτοδίδακτων μουσικών, οι οποίοι ακολουθούν την αργόσυρτη πομπή στα πλακόστρωτα σοκάκια παίζοντας μελωδίες γλυκές και ταυτόχρονα μελαγχολικές. 

Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες ταξιδεύουν όλο το χρόνο σε κάθε γωνιά της Ελλάδας για να εμφανιστούν σε γάμους και συναυλίες, εξαπλώνοντας τη φήμη τους. 
Ομως, τη Μεγάλη Παρασκευή είναι η σημαντικότερη στιγμή τους. Και το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό, βαθιά κατανυκτικό, με ρίζες που χάνονται στη βαλκανική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση. 

Συναντήσαμε μία από τις γνωστές μπάντες χάλκινων της Γουμένισσας στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας, άλλοτε βυζαντινό μοναστήρι του 14ου αιώνα και σήμερα το πιο σημαντικό ιστορικό μνημείο της επαρχίας της Παιονίας. Οι παραδοσιακοί οργανοπαίκτες φορούν λευκά πουκάμισα και κρατούν στα χέρια τα ξακουστά όργανα. 


Ο Χρήστος Ασαρτζής, τέταρτης γενιάς μουσικός, αναλαμβάνει να μας μυήσει στα μυστικά αυτής της μοναδικής παράδοσης. «Τη Μεγάλη Παρασκευή οι μπάντες των χάλκινων μοιράζονται στις τρεις εκκλησίες της Γουμένισσας, του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας και του Αγίου Σάββα. 

Συνοδεύουν τους Επιταφίους κάθε ναού, παίζοντας βυζαντινούς ύμνους ταυτόχρονα με τις χορωδίες των ενοριών που ψάλλουν. 

Στην επάνω μικρή πλατεία, κοντά στο σταυροδρόμι της Γουμένισσας που οδηγεί προς το γειτονικό χωριό της Γρίβας, οι Επιτάφιοι ανταμώνουν. Και μαζί με τους πιστούς σμίγουν και οι μουσικοί, οι οποίοι ακολουθούν την κοινή πομπή προς την κεντρική πλατεία της κωμόπολης, παίζοντας με τα χάλκινα τον ίδιο ύμνο. 

Κάθε χρόνο, περισσότεροι από εκατό μουσικοί συνοδεύουν τους Επιταφίους και προέρχονται από όλες τις ηλικίες, από μικρά παιδιά με μικρά πνευστά όργανα στα χέρια έως και ηλικιωμένους μουσικούς. Η κατάνυξη είναι μοναδική, αντίστοιχο έθιμο δεν πραγματοποιείται πουθενά αλλού στην Ελλάδα», περιγράφει ο Χρήστος Ασαρτζής ενόσω κατηφορίζουμε όλοι μαζί προς την κεντρική πλατεία, προσπερνώντας ορισμένα από τα πανέμορφα αρχοντικά της πόλης. 

Οταν η μελαγχολική πομπή της Μεγάλης Παρασκευής φτάσει πια στην πλατεία, τελείται το τελευταίο μέρος του εθίμου. Οι νέοι που κρατούν τους ανθοστολισμένους Επιταφίους στα χέρια τούς σηκώνουν όσο ψηλότερα μπορούν, πατώντας στις μύτες των ποδιών. 


Αυτός είναι ένας άτυπος ανταγωνισμός για την ανάδειξη του πιο όμορφα στολισμένου Επιταφίου και παράλληλα της δύναμης των πιστών που συμμετέχουν στην περιφορά.
Στο μεταξύ, μαθαίνουμε ότι οι οργανοπαίκτες της Γουμένισσας είναι αυτοδίδακτοι και περνούν τη γνώση τους από γενιά σε γενιά. 


Οι περισσότεροι κατοικούν στη γειτονιά των μουσικών και δεν αποκλείεται, περνώντας τυχαία από εκεί, να πετύχετε κάποια αυτοσχέδια πρόβα στο προαύλιο ενός σπιτιού. Από τη Γουμένισσα ξεκίνησαν φτασμένοι οργανοπαίκτες, οι οποίοι εργάστηκαν με σημαντικούς καλλιτέχνες και έδωσαν συναυλίες σε Ευρώπη και Αμερική. 

Τα «χάλκινα», πάντως, δεν κάνουν την εμφάνισή τους στη Γουμένισσα μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. Αντίθετα, συμμετέχουν στα γλέντια και στις μεγάλες γιορτές, όπως είναι του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελουργών, την 1η Φεβρουαρίου, η οποία κορυφώνεται με τη θυσία μοσχαριού («Κουρμπάνι»). Παραδοσιακό γλέντι πραγματοποιείται επίσης την Καθαρά Δευτέρα, ενώ κάθε χρόνο στη γιορτή της Παναγίας τον Αύγουστο, οι μουσικοί των χάλκινων δίνουν συναυλία, για την οποία προετοιμάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. 




ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΞ
 
Η βόλτα μας στο κέντρο της Γουμένισσας με τους οργανοπαίκτες καταλήγει στην κεντρική πλατεία, όπου δεσπόζει η μεγάλη κρήνη. 

Είναι χτισμένη το 1918 και η επιγραφή στην κορυφή της προστάζει τον διαβάτη στα Ελληνικά και στα Γαλλικά να «θυμάται τους Γάλλους στρατιώτες» («passager, souviens-toi le soldat Francais»), ως ανεξίτηλο σημάδι των μαχών που δόθηκαν στην περιοχή κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Στην όμορφη πλατεία, κάτω από τα πλατάνια, θα ξαποστάσουμε για λίγο πίνοντας καφέ ή δοκιμάζοντας το ξακουστό τοπικό τσίπουρο. Κι έπειτα, θα πάρουμε το δρόμο για τα ορεινά χωριά του Πάικου, που υψώνεται μπροστά μας και κρύβει πυκνές δασωμένες πλαγιές και γρανιτένιες κατεβασιές ποταμών. 


Το πρώτο χωριό, οδηγώντας με κατεύθυνση βορειοδυτικά προς τον ορεινό όγκο, είναι η Γρίβα. Τα Σαββατοκύριακα θα πετύχετε ανοιχτά κατά μήκος της διαδρομής πάγκους με γλυκά του κουταλιού και άλλα προϊόντα με βάση το κάστανο. 


Συνεχίζοντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων, θα φτάσετε στην Καστανερή. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά και έχει μοναδική θέα. Αφήστε το αυτοκίνητο στην είσοδο του χωριού και διαβείτε τα στενά σοκάκια της. Ενα καφενείο και μία ταβέρνα είναι ανοιχτά το Σαββατοκύριακο. 

Οι άνθρωποι είναι χαμογελαστοί και καταδεκτικοί. Σε πολλά πλατώματα του δρόμου, ξυλοκόποι στοιβάζουν από τώρα τις προμήθειες για τον επόμενο χειμώνα. 

Οσο ο δρόμος συνεχίζει προς την κορυφή του Πάικου και το χωριό Λιβάδια, το τοπίο μαγεύει ακόμη περισσότερο. Θα οδηγήσετε ανάμεσα σε ένα πυκνό δάσος από καστανιές και οξιές. Σε πολλές στροφές η θέα κόβει την ανάσα, ενώ κάτω από το φαράγγι ακούγεται καθαρά ο δυνατός ήχος του ποταμού. 


Κάντε μια στάση στο ξύλινο παρατηρητήριο στο Πραματάρι, που θα συναντήσετε δεξιά επάνω στο δρόμο. Αν είστε λάτρεις της ορεινής πεζοπορίας, σημειώστε ότι από εδώ ξεκινά ένα πανέμορφο μονοπάτι μήκους 3,5 χιλιομέτρων, το οποίο καταλήγει βορειοδυτικά στο λεγόμενο «λυόμενο του Στραβοπόταμου». 

Αλλά ακόμη και με το αυτοκίνητο η διαδρομή θα σας εντυπωσιάσει. Υπάρχουν πολλά ξέφωτα και αραιά κιόσκια, ορμητικά ρυάκια και μικροί καταρράκτες, μέχρι που έπειτα από 12 χιλιόμετρα δρόμου θα φτάσετε στο χωριό Λιβάδια. 

Είναι χτισμένο σε οροπέδιο και σε υψόμετρο 1.250 μέτρων, περιτριγυρισμένο από πηγές και μικρές λίμνες. Στο χωριό, το οποίο δεν κατοικείται το χειμώνα, λειτουργεί κοινοτικός ξενώνας. 

Τα Λιβάδια μπορούν να γίνουν το ορμητήριό σας για ημερήσιες εκδρομές, πεζοπορία ή βόλτες με το ποδήλατο ακόμη πιο βαθιά στον ορεινό όγκο του Πάικου.

                                                                          ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ






ΠΗΓΗ. 1. kathimerini.gr
              2. el.wikipedia.org 
              3. google.gr