Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

«Η υποβόσκουσα αλήθεια της ανεκτικότητας»

ΤΡΙΤΗ 4-4-2017




 
 
 
Της Άννας Σκουλά *






Μια κοινωνία πολυπολιτισμική και πολυεθνική, όπως κάθε σύγχρονη κοινωνία, περιορίζεται στα ιστορικά της στεγανά, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει τους ορίζοντες της. 

Σήμερα, ως κυρίαρχη ιδεολογία αυτής της κοινωνίας αναδεικνύεται ο ατομισμός, ενώ παράλληλα επικρατεί η μη αντιληπτικότητα της σημασιολογίας συγκεκριμένων λέξεων, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν δεδομένη, όπως: έθνος, κράτος, ομάδα, κοινότητα, διαφορά, κριτική, αξία και ηθική.

Για τον ορισμό των συγκεκριμένων εννοιών έχει αναδειχθεί μία αντιλογία ανάμεσα στους διανοούμενους της Δύσης, η οποία ορίζεται ανάμεσα σε δύο πρότυπα: 

1) της οργανικής κοινωνίας, της παιδείας και πολιτισμού (ή όπως αλλιώς αποκαλείται νεωτερικότητα) και 
2) της πολυπολιτισμικής, υβριδικής και οριζόντιας κοινωνίας της «ισοτιμίας» ή του πνευματικού σχετικισμού, όπου το ζήτημα της αξίας αποτελεί θέμα διαφορετικής οπτικής. 

Για το αν ο διάλογος ή η σύγκρουση φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, δεν μπορεί κανείς να το γνωρίζει εκ των προτέρων. Σίγουρα, όπως τουλάχιστον διαπιστώνεται από τα δεδομένα της σημερινής κοινωνίας, στον διάλογο εμφιλοχωρεί ο αναχρονισμός μέσω πολύπλευρων εκφράσεων του φανατισμού και της βίας, που καθιστούν τις αξίες της κοινωνικής ηθικής, απλές λέξεις χωρίς ουσιώδες νόημα και περιεχόμενο.

Η έμφαση στην ελευθερία του ατόμου, στη σεξουαλική απελευθέρωση και στη συνεχή μεταβολή των ηθικών αντιλήψεων δημιουργούν όλο και περισσότερο την έννοια της ανεκτικότητας στη διαφορετικότητα. 

Γεγονός είναι ότι αυτό που θεωρούνταν πριν από λίγα χρόνια ανήθικο ή απαράδεκτο, σήμερα γίνεται αποδεκτό, σε σημείο μάλιστα να επιβραβεύεται η παρέκκλιση και ενίοτε η πρόκληση. 

Η ύπαρξη ατόμων με διαφορετικές σεξουαλικές, πολιτικές, ηθικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις δεν ενοχλεί κανέναν εχέφρονα άνθρωπο. 

Σε μία πολυπρόσωπη κοινωνία το θέμα αυτό μπορεί να είναι σχετικό ή ατομικό, ευρύτερο ή κοινωνικό. 
Το ζήτημα, που κυρίως απασχολεί δημιουργώντας πολυποίκιλα σχόλια και αντιδράσεις είναι οι εκπρόσωποι της όποιας διαφορετικότητας να μην προκαλούν τους προσανατολισμένους στο πατροπαράδοτο και δεδομένο, επειδή σε κάθε περίπτωση υπερβαίνουν τα εσκαμμένα και τα όρια της ανεκτικότητας. 

Μέχρι πού μπορούν να φθάσουν, όμως, αυτά τα όρια είναι το καίριο ερώτημα. 

Η διαφορετικότητα υπαγορεύει σε πολλούς την προώθηση συμφώνου συμβίωσης των ομοφυλοφίλων και γιατί όχι, τον έγγαμο βίο μεταξύ τους, σε κατάφωρη αντίθεση κοινωνικά και θρησκευτικά με την πατροπαράδοτη έννοια του γάμου ως διαρκούς ένωσης άνδρα και γυναίκας. 

Από την άλλη πλευρά, στο όνομα της σεξουαλικής επανάστασης και διεύρυνσης των ορίων της σεξουαλικότητας σε πολλές χώρες του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου ενθαρρύνουν την παιδοφιλία, ακόμα και την κτηνοβασία. 

Σαφώς, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι και τα δυο τελευταία φαινόμενα είναι διαφορετικά και ότι άπτονται του ποινικού νόμου. Πρόκειται για την ανεκτικότητα της σεξουαλικής διαστροφής, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με την ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα όσον αφορά στην έλξη ανάμεσα στα δύο φύλα.

Αν όλα, όμως, είναι σχετικά και αν σε όλα επικρατεί ανεκτικότητα, τότε μελλοντικά η παιδοφιλία ακόμα-ακόμα και η κτηνοβασία μπορεί να αποποινικοποιηθούν.

 Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ολλανδίας, όπου έχει ήδη ιδρυθεί κόμμα παιδεραστών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η δημιουργία ηλεκτρονικών ιστοσελίδων παιδικής πορνογραφίας πολλαπλασιάζεται, με αποτέλεσμα την εξάπλωση της παιδεραστίας. Επίσης, στο όνομα της ανεκτικότητας της διαφορετικότητας δημιουργήθηκαν στη Γερμανία οίκοι ανοχής για κτηνοβάτες. 

Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα γονίδια τους είναι προκαθορισμένα, δεν ανέχονται να γίνονται στόχος ρατσιστικών διακρίσεων και επομένως, δεν μπορούν να προσπαθήσουν για την αλλαγή τους, αλλά ούτε και να την επιβάλλουν.

Η ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα, είναι θεμιτή, αλλά πάντα με την προϋπόθεση των ορίων, που τίθενται. 

Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα είναι επίσης θεμιτός, όχι όμως στην εξαχρείωση, όχι στην παρακμή εν ονόματι της ελευθερίας, όχι στους μεταλλαγμένους ανθρώπους, που συγχέουν τα όρια της ελευθερίας και τα ταυτίζουν με την ελευθεριότητα των ηθών, τη διαστροφή, τη δήθεν πρωτοπορία, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποκτήνωση και αποσύνθεση. 

Οι αντιφάσεις αυτές προσδιορίζουν τη συμπεριφορά μιας πολύπλευρης κοινωνίας και αυτός είναι ο λόγος, που δεν μπορούν οι εκφραστές αυτής να είναι, είτε σταθεροί υπερασπιστές της πολυπολιτισμικότητας, είτε του ατομισμού ή να είναι απλώς κοινωνιστές ή φιλελεύθεροι ή νεωτερικοί ή μετα-νεωτερικοί, αλλά πρέπει να υπάρχει μια αλληλένδετη συνέχεια αυτών ως φαύλος κύκλος, που οδηγεί σε μια κοινά αποδεκτή ισορροπία. 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα όρια ανάμεσα στην ετερότητα και στη διαφορά είναι ασαφή. 
Η λέξη «ετερόδοξος» δεν είναι μόνο κοσμική, αλλά και θρησκευτική. Αφού, χωρίς διαφορά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ανεκτικότητα και αφού, η ίδια είναι η έκφραση της ισχύος - ένα δικαίωμα που παραχωρείται- το ζήτημα έγκειται στην προσπάθεια για την αποδυνάμωση αυτής της ισχύος ή στην πολυδιάσπαση της δύναμης της, προκειμένου να επέλθει η επιθυμητή ισορροπία. 

Όμως, τότε αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις, συνήθως με καταστροφικά αποτελέσματα.

Στα παραπάνω θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει, ότι η ανάγκη της κοινωνίας έγκειται στην ανάδειξη ενός ιδεώδους προτύπου συνύπαρξης και δράσης. 

Ωστόσο, το είδος, το βάθος και η μορφή των παραδόσεων, της πολιτισμικής κληρονομιάς και των ηθικών αξιών φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο αυτές τις δυο έννοιες και το κρισιμότερο είναι ότι δημιουργούν διαφορετικά αξιολογικά πεδία, επειδή οι κοινωνίες που προϋπήρξαν μπορεί μεν να έχουν χαθεί, αλλά έχουν κληροδοτήσει τις επόμενες γενιές.

 Συχνά, εκείνα που φαινομενικά εξαφανίστηκαν επανέρχονται και αλλάζουν κάποιες φορές με δραματικό τρόπο το παρόν, αποδεικνύοντας πως στην πραγματικότητα ένα πολύ μεγάλο μέρος του πολιτισμού και της ιστορίας υποβόσκει. 

Τότε, η μεταφυσική του δόγματος παίρνει την εικόνα του πραγματικού κόσμου, η αίρεση γίνεται θεσμός και το παρόν όμηρος του παρελθόντος. 

Οι προβληματισμοί περί διαφορετικότητας και κατ’ επέκταση ανεκτικότητας αγγίζουν ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής παράδοσης, όπου ο πολίτης είναι η μείζων αξία, ο ξένος είναι ιερό πρόσωπο και το ατομικό συμφέρον υποταγμένο στο συμφέρον της κοινωνίας.

 Τόσο αυτονόητα και κοινότοπα. 

Σήμερα, ευλογοφανές σε μία μεταβιομηχανική και σύγχρονη κοινωνία, τα όρια μιας συζήτησης υπαγορεύονται κάτω από τις συνθήκες στις οποίες διεξάγεται και από την κριτική των ατόμων, που λαμβάνουν μέρος σε αυτή. 

Για παράδειγμα, η λέξη «έθνος» έχει διαφορετικό νόημα στη χώρα μας από ότι στην υπόλοιπη Δύση, όπως επίσης και άλλοι συνήθεις και πολυχρησιμοποιημένοι όροι στο διεθνές πλαίσιο. 

Υπάρχει πιθανότητα οι κοινότητες των οικονομικών μεταναστών, που δημιουργούνται τα τελευταία χρόνια στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας να συναινέσουν στην ανάπτυξη ενός κοινού προβληματισμού, ο οποίος ταυτόχρονα θα βοηθούσε και στην καλλιέργεια της αυτογνωσίας μας.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι η λιγότερο μεταμοντέρνα και η πιο ανεκτική ταυτοχρόνως κοινωνία της Δύσης. Γενικότερα, η ανεκτικότητα προϋποθέτει την ανάδειξη της τοπικής κοινωνίας σε πολιτισμικό και κοινωνικό κύτταρο. 

Αλλά, σήμερα, η τοπική κοινωνία ηττάται παντού και μάλιστα τα ιδεολογικά όπλα, που χρησιμοποιούνται εναντίον της εμφανίζονται υποκριτικά ως συστατικά στοιχεία στου περιεχομένου της. 

Γι' αυτό άλλωστε πολύ συχνά η τοπική κοινωνία δεν αποτελεί πολιτισμική μονάδα, αλλά εμφανίζεται ως τμήμα του μεταβιομηχανικού φολκλόρ.

Σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά διαφαίνεται επιτακτική η ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να αποκτήσει τη δυναμική της ανεκτικότητας και να της δώσει προτεραιότητα, καθώς με αυτήν οι ένδοξοι πρόγονοί μας πορεύτηκαν και υπερασπίστηκαν τις ανθρώπινες αξίες, τα ιδεώδη και την ειρήνη στον κόσμο. 

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κοινωνίες εκτός συνόρων που ζουν αρμονικά και ειρηνικά με τους υπολοίπους και μεταξύ τους, μόνο επειδή επικρατεί ένα εκτεταμένο πλαίσιο ανεκτικότητας στη διαφορετικότητα, δηλαδή στην ρεαλιστική πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Ανεκτικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει κάποιος να επηρεάζεται από τους άλλους, να ταυτίζεται μαζί τους ή να συμμερίζεται τις απόψεις τους. 

Αντιθέτως, σημαίνει να τους αποδέχεται όπως είναι, αλλά και να βρει τους τρόπους με τους οποίους έχει τη δυνατότητα να συνυπάρχει μαζί τους. Κανένας, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να αναιρέσει αυτού του είδους την ανεκτικότητα. 

Ο καθένας έχει τη δική του άποψη και τη δική του κρίση. Οι άνθρωποι, που έχουν διαφορετικές ιδέες, είτε θα αναζητήσουν τρόπους να συνυπάρχουν μέσω της συμφιλίωσης, είτε θα αντιμάχονται διαρκώς ο ένας τον άλλο.

Πάντα υπήρχαν άνθρωποι, που σκέφτονταν με διαφορετικό τρόπο και πάντα θα υπάρχουν. 

Άνθρωποι, που λειτουργούν σαν φερέφωνα συγκεκριμένων περιθωριακών ομάδων, που καμία σχέση δεν έχουν ούτε με τις θεϊκές επιταγές, ούτε με τη σημερινή πραγματικότητα και που ξεκινούν αψιμαχίες με την παραμικρή αφορμή και που δύσκολα μπορούν να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους. 

Συνήθως, δεν γίνεται αντιληπτό και εμφανές, λόγω αυτής της συμπεριφοράς τους, αν προβάλλουν τους άκρατους ισχυρισμούς τους για να ευνοήσουν τις ανθρώπινες αξίες ή για να τις καταστρέψουν.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ανεκτικότητα δεν αναιρεί τις παραδόσεις που προέρχονται από τη θρησκεία, το έθνος ή την ιστορία ενός κράτους, ούτε τις αξίες μιας ζωής πολύπλευρης, αλλά ούτε και τις επιταγές μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας .

Η ανεκτικότητα υπήρχε πάντοτε. 

Σήμερα, οι άνθρωποι που είναι πολιτισμένοι, φωτισμένοι και ανοιχτοί ως άτομα, ως οικογένειες και ως κοινωνία, πρέπει να επιδιώκουν την μεταλαμπάδευση της σημασίας της ανεκτικότητας στα πλαίσια εξέλιξης της σύγχρονης κοινωνίας. 

Το βασικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να εξομαλύνει τις αντιφάσεις λόγω διαφορετικότητας είναι η ειρηνική συνύπαρξη, η αποδοχή του μη συμβατού, η κυριαρχία του διαλόγου και η πρόταξη των βέλτιστων αρχών και αξιών, που κατευνάζουν την έξαρση της βίας και της απολυταρχίας.

Ως δίκαιο ορίζεται το δικαίωμα ύπαρξης διαφορετικών στάσεων, θέσεων, απόψεων, πρακτικών. 

Στον αντίποδα του δικαίου, ορίζεται το άδικο ως η απαγόρευση μιας όποιας ετερότητας. Αυτό το δίκαιο ορίζει τους κανόνες και τις σχέσεις συμβίωσης των μελών μιας κοινωνίας. 

Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο προϋποθέτει αποδοχή όλων των μελών ως προς την αξία, αποδοχή και τήρησή του. 

Στην περίπτωση, που ένα εξ αυτών των μελών της κοινωνίας δεν αποδέχεται το δίκαιο αυτό ή δεν θεωρεί ορθή μια οποιαδήποτε κοινά αποδεκτή θέση, η οποία αντιβαίνει όμως στα δικά του ¨πιστεύω¨ ως άτομο που ανήκει σε μια φυλή, έθνος, ιδεολογία, τότε δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα ανοχής προς έτερες θέσεις. 

Εύλογο καταφαίνεται, λοιπόν, το γεγονός ότι αφού τίθεται εκτός συμφωνίας τίθεται και εκτός της συμβεβλημένης ανοχής της κοινωνίας.

Τα τελευταία 1600 χρόνια, έπειτα από την επικράτηση του χριστιανισμού, οι μισαλλόδοξες, μονοθεϊστικές και μοναρχικές θέσεις έχουν επιβάλει στις ανεκτικές πολυθεϊστικές δημοκρατικές  θέσεις, την ενοχή  στην  παροχή της ανοχής τους (με βάση τον παραπάνω ορισμό)  σε τέτοιο βαθμό, όπου η οποιαδήποτε σκέψη άρνησης αυτής της παροχής να θεωρείται a-priori ασυνεπής ως προς την αξιωματική αρχή της. 

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια τέτοια άρνηση ανοχής στον φασισμό ή την τυραννία επιβάλλεται ως ασυνεπής. 

Η αντίφαση αυτή επεκτείνεται, στην περίπτωση που αναγνωρίζει δικαίωμα ύπαρξης στους δεδηλωμένους ορκισμένους εχθρούς της.

Αντιθέτως, οι φορείς της μη ανοχής, όπως οι μονοθεϊστές και οι μοναρχικοί χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια των απόλυτων απόψεων τους, μόνο στην περίπτωση αποδοχής του δικαιώματος της ύπαρξης ζωής στα υπόλοιπα κοινωνικά όντα, που δεν ενστερνίζονται τις δικές τους απόψεις και δε φέρουν κοινή ιδεολογία. 

Με αυτόν τον τρόπο, αυτοαναιρούνται, αφού δίνουν μη ηθελημένα το δικαίωμα ύπαρξης ζωής σε  αλλόδοξους. Αν μια τέτοια θέση επικρατεί και σήμερα, είναι επειδή η κοινωνία έχει μεταφέρει την ενοχή της σε κάθε μισαλλόδοξη σκέψη των φορέων της μη ανοχής. 

Έτσι, σε κάθε απολυταρχική σκέψη, νιώθουν ένοχοι για ρατσισμό, συντηρητισμό, φασισμό, με αποτέλεσμα  τα δύο στρατόπεδα να έχουν παραλύσει αμφότερα αναιρώντας το ένα το άλλο. 

Συνεπώς, όπως διαπιστώνεται από τα όρια της ενοχής και ανοχής, που θέτει η σημερινή κοινωνία, η ίδια αντιμετωπίζει μια οξύμωρη κατάσταση του να θέλεις να ανέχεσαι αυτόν, που δεν σε ανέχεται και αυτός να σε ανέχεται, ενώ δεν το θέλει...!

Στις σύγχρονες κοινωνίες όλα αγοράζονται, τα πάντα είναι δυνατά, όλα είναι φυσιολογικά. 

Η ανταγωνιστική κοινωνία κατασπαράζει το ρεαλιστικό και αναδεικνύει εικονικά είδωλα. Οι αξίες εξανεμίζονται μέσα σε αυτή τη θριαμβεύουσα κανονικότητα. Η άκρα Δεξιά εμφανίζεται χωρίς κόμπλεξ και στεγανά. 

Η ανθρωπιά διαλύεται στον κόσμο της αγοράς και του καταναλωτισμού. Τα παραπάνω προσδιορίζουν ότι η ανοχή δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά μια μάσκα, που καλύπτει οικονομικά συμφέροντα.

Πρόκειται για σουρεαλιστική συνωμοσία απέναντι σε έναν αναίσχυντο κόσμο, που συνδυάζει το Πλασματικό με την Πραγματικότητα ως μια αλληγορία της ανοχής στην ενοχή και ως μια καταγγελία της κανονικότητας ή μη κανονικότητας του 21ου αιώνα.  

Τελικά, υπάρχει άραγε η ανάγκη για μια μετωπική επίθεση στις προκαταλήψεις, τα ταμπού και τις ακρότητες της σύγχρονης κοινωνίας: τον καταναλωτισμό, τον νεοπλουτισμό, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον συντηρητισμό, τον κοινωνικό έλεγχο, την παγκοσμιοποίηση, την ηθική, το ολυμπιακό ιδεώδες και την πολιτική του νεοφασισμού;

Στη χώρα μου το να μιλάς για Ακροδεξιά έχει γίνει μέρος μιας ανεκτικότητας, που πρέπει εμείς να δεχθούμε; 

Αν ναι, αυτή η ανεκτικότητα είναι αφόρητη. 

Έχει σημασία να είσαι ανεκτικός, αλλά να επιλέγεις σε ποιο είδος ανεκτικότητας προσδιορίζεσαι. 

Σε μια τέτοια σύγχρονη κοινωνία, αυτό που ζούμε τώρα είναι ένα όργιο ανεκτικότητας. Αυτό είναι που κρύβει μεγάλους κινδύνους, καθώς αρχίζουμε να δεχόμαστε όλους αυτούς τους κανόνες. 

Για παράδειγμα, δεχόμαστε ότι πρέπει να είμαστε ευγενικοί με τον διπλανό μας, δεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να καπνίσουμε επειδή σεβόμαστε την υγεία μας αλλά και την υγεία του άλλου, δεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να είμαστε κριτικοί με τους μουσουλμάνους ή τους βουδιστές, διότι τότε θα είμαστε ρατσιστές. 

Όμως, το νόμισμα έχει δύο πλευρές: πρέπει να επιλέγουμε σε κάθε περίσταση ποιο είναι το σωστό να πράξουμε ως προς τη ζωή που θέλουμε να ζήσουμε εμείς αφήνοντάς την ως παρακαταθήκη στους απογόνους μας. 


* Οικονομολόγος (Εθν. Καπ. Παν. Αθηνών), MSc Health Executive Manager (City Univ. London)




ΠΗΓΗ. efsyn.gr