Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Κόρωνος Νάξου - Ενα ιστορικό χωριό - ΗΘΗ, ΕΘΙΜΑ, ΓΛΩΣΣΑ




Η Κόρωνος είναι  χωριό της Νάξου, του δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων της Περιφερειακής Ενότητας Νάξου της Περιφέρειας Ν. Αιγαίου (κατά το Σχέδιο Καλλικράτης).
Παλαιότερα ανήκε στην άλλοτε επαρχία Νάξου του νομού Κυκλάδων. 
Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας αποτελούσε έδρα κοινότητας του δήμου Δρυμαλίας. 

Από 1 Ιανουαρίου 2011 αποτελεί ιδία έδρα της ομώνυμης τοπικής κοινότητας, της δημοτικής ενότητας Δρυμαλίας, του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων.
Το παλαιό της, βυζαντινό όνομα, ήταν Τρικοκκιές. 

Ανήκει στα λεγόμενα Σμυριδοχώρια μαζί με την Απείρανθο, την Κεραμωτή, το Σκαδό, και το Λυώνα όπου ακόμη και σήμερα εξορύσσεται η ναξιακή σμύρις. 
Στην Κόρωνο εξορύσσονταν τα πέντε όγδοα της συνολικής ποσότητας. 

Η ίδια αναλογία ισχύει και τώρα για τις μικρές πλέον ποσότητες που παραδίδονται στην ελληνική πολιτεία.
Ο πραγματικός πληθυσμός του ανέρχεται στους 744 κατοίκους (2001). Βρίσκεται στον οδικό άξονα Απειράνθου - Σταυρού Κεραμωτής - Κορώνου - Σκαδού - Κωμιακής - Απόλλωνα. 

Είναι κτισμένο σε υψόμετρο μεταξύ των 500 και των 600 μέτρων μέσα σε λαγκαδιά που σχηματίζεται ανάμεσα σε πλαγιά του κύριου όγκου του βουνού Κόρωνος στα δυτικά, όπου και η προσήλια Κόρωνος, και σε πλαγιά της χαμηλότερης ανατολικής απόληξής του που ονομάζεται Αμμόμαξη στα ανατολικά, όπου και η αφήλια Κόρωνος. 

Τα δύο αυτά τμήματα ενώνονται με μικρό γεφύρι στο Ρυάκα, (το ρέμα της λαγκαδιάς), σε υψόμετρο 540 μέτρων, δίπλα στο οποίο βρίσκεται η πλατεία ("πλάτσα") του χωριού.



Η Κόρωνος διαθέτει λαογραφικό μουσείο και σε αυτήν υπάγονται οι οικισμοί Λυώνας, Αργοκοίλι ή Αργοκοιλιώτισσα και Ατσιπάπη.

 


Ο τουριστικός οδηγός για τις Κυκλάδες, του National Geographic, περιγράφει την Κόρωνο ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά χωριά της ορεινής Νάξου, με τα πλακόστρωτα σοκάκια του, τις καμάρες και τα στεγαστά, τα ασπροβαμμένα σκαλοπάτια που ενώνουν τις πάνω με τις κάτω γειτονιές, τα νησιώτικα μικρά σπίτια με τις παμπάλαιες πόρτες τους βαμμένες σε έντονα χρώματα την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας τη μικρή πλατεία με «εξώστη», τους παλιούς καφενέδες και τις ταβερνούλες.
Ο κύριος οικισμός του χωριού έχει καθαρά νησιώτικο χρώμα ενώ προτομή του Νικηφόρου Μανδηλαρά βρίσκεται στη δυτική είσοδό του. Στην κάτω γειτονιά βρίσκονται τα παλαιότερα σπίτια του χωριού.

Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος μήκους οκτώ περίπου χιλιομέτρων που ξεκινά από το χωριό και κατηφορίζει τις βορεινές πλαγιές της Αμμόμαξης, οδηγεί ανατολικά, στο μικρό ψαροχώρι του Λυώνα με τις μια δύο ταβέρνες και τη βοτσαλωτή παραλία . 

Ο Λυώνας, επίνειο της Κορώνου, υπήρξε παλαιότερα σταθμός ατμοπλοΐας και ήταν πριν την κατασκευή του εναέριου το λιμάνι εξαγωγής της σμύριδας.
Άλλος δρόμος μήκους τεσσάρων χιλιομέτρων, σε ψηλότερη περιοχή της βορεινής πλαγιάς της Αμμόμαξης που κατευθύνεται επίσης ανατολικά, οδηγεί στο Αργοκοίλι όπου και το μοναστήρι της Παναγίας της Αργοκοιλιώτισας.



 Από εδώ η θέα προς την ανατολή περιλαμβάνει νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων, την Ικαρία και βουνά της Μικράς Ασίας όταν η ατμόσφαιρα είναι διαυγής.
Σε μικρή απόσταση από το Αργοκοίλι υπάρχουν ερείπια του μεσαιωνικού αγροτοκτηνοτροφικού οικισμού Ατσιπάπη.

Υπάρχουν και λίγοι μικροί κήποι και ακόμη λιγότερα μικρά σπίτια κανονικά κτισμένα. Ανατολικότερα και νοτιότερα από την Ατσιπάπη, σε μικρή όμως απόσταση, βρίσκεται η θέση Λιούρι με τη μεσαιωνική εκκλησία της Παναγίας της Κεράς. 



Κοντά στην Παναγία την Κερά και λίγο χαμηλότερα, βρίσκεται η περιοχή όπου αναφέρεται ότι υπάρχουν ελάχιστα ίχνη του χωριού Αμμόμαξη εγκαταλελειμένου πριν από το δέκατο ένατο αιώνα. 

Προς τα νότια ο κεντρικός δρόμος οδηγεί μετά μια διαδρομή 2,5 χιλιομέτρων στη θέση Σταυρός Κεραμωτής, όπου υπάρχει και ομώνυμο εκκλησάκι. 
Στο Σταυρό συναντιώνται ο δρόμος που έρχεται από την Απείρανθο (απόσταση 5,5 χιλιόμετρα) με το δρόμο που έρχεται από τον εγκαταλειμένο οικισμό Σίφωνες (απόσταση 3 χιλιόμετρα) και από τα χωριά Μονή (απόσταση 7 χιλιόμετρα) και Κυνίδαρος. 

Ένας τρίτος δρόμος μήκους 2 χιλιομέτρων που ξεκινά από το σημείο της διασταύρωσης, κατεβαίνει μέχρι το χωριό Κεραμωτή. 
Οι Σίφωνες ανήκαν πάντοτε στην Κεραμωτή. 
Από το Σταυρό κοιτώντας ανατολικά έχει κανείς θέα των Ανατολικών Κυκλάδων και πολύ μακρινότερη. 

Προς την ίδια κατεύθυνση φαίνεται επί της Νάξου, ο όρμος του Αζαλά, με τα ψηλά κατακόρυφα βράχια που τον κλείνουν νότια-ανατολικά.



Στα δυτικά του χωριού κυριαρχεί το όρος Κόρωνος. Είναι το δεύτερο σε ύψος βουνό της Νάξου, λίγα μέτρα χαμηλότερο από τον επιβλητικό Ζα. 
Η Κόρωνος έχει ύψος 999 μέτρα (κορυφή Μαύρο Βουνί), ενώ ο Ζας 1004 μέτρα. 
Η Κόρωνος έχει όμως δύο ακόμη ψηλές κορυφές. 

Το Βρυόκαστρο με ύψος 989 μέτρα και τις Τρούλες Κορώνου με ύψος 867 μέτρα. 
Ψηλά στο βουνό, στο «Κακό Σπήλιo» υπάρχει η επιγραφή των προκλασικών χρόνων «ΔΡΙΟC ΔΙΟΝΥCOY». 

Στις πλαγιές του βουνού μέχρι αρκετά ψηλά και σε πολύ μικρού πλάτους κλιμακωτές αναβαθμίδες, ήταν φυτεμένα αμπέλια. Το χώμα, στα στενά αυτά "χαλιά", το στήριζαν με "πεζούλες" κτισμένες ξερολιθιά, που τις έφτιαχναν με τις πέτρες που έβγαζαν όταν τα έσκαβαν. 

Τα χαλιά είχαν σκαφτεί μόνο εκεί που το έδαφος, αν και πετρώδες, πρόσφερε κάποιο ανεκτό επίπεδο ανταπόδοσης του κόπου που καταβαλλόταν για την καλλιέργειά του. 
Το υπόλοιπο βουνό, με πολλές πρινιές και λίγες καστανιές άλλοτε, είναι σήμερα αλλού με θάμνους και αλλού γυμνό. 

Υπάρχει ωστόσο βατός χωματόδρομος που οδηγεί μέχρι την κορυφή Μαυροβούνι.
Στις βόρειες και στις ανατολικές απολήξεις του βουνού βρίσκονται οι παραθαλάσσιοι οικισμοί του Απόλλωνα και του Λυώνα. 

Στις πλαγιές του βουνού είναι κτισμένα τα χωριά Κυνίδαρος, Κεραμωτή, Κόρωνος, Σκαδό, Μέση, Κωμιακή ή Κορωνίδα καθώς και οι μικροί οικισμοί Μυρίσης, Σκεπόνι και οι ακατοίκητοι πλέον Σίφωνες. Κορωνίδα ήταν το όνομα μιας από τις τρεις νύμφες – τροφούς του Διονύσου. 

Η Κεραμωτή έγινε ξεχωριστή κοινότητα το 1932. Τα χωριά Κωμιακή, Σκαδό, Κόρωνος, Κεραμωτή, και Κυνίδαρος με όλες τις ενορίες τους, αποτελούσαν τα Ανωμερά ή Ανούμερα. 


Η ιστορία του χωριού

Η περιοχή της Κορώνου έχει έκταση 22 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή αυτή είναι συνεχής. 

Υπάρχουν ευρήματα στο Κακό Σπηλιό που δείχνουν κατοίκηση από τη νεολιθική εποχή. Στη θέση Άβδελη κοντά στο Λυώνα επισημάνθηκε οικισμός και ανασκάφτηκαν από τον καθηγητή Χρίστο Ντούμα τάφοι της πρώτης περιόδου του κυκλαδικού πολιτισμού. Ευρήματα της ίδιας περιόδου υπάρχουν και στη θέση Λιοϋρι. 

Τα ευρήματα στα Μάλια είναι του 3000 π.Χ. 

Η εκκλησία του Αγίου Ισίδωρου στην Ατσιπάπη είναι βυζαντινή. 
Στην Ατσιπάπη υπήρχε και μεσαιωνικός οικισμός. 
Η Παναγία η Κερά είναι εκκλησία του ενάτου αιώνα. Το σμυρίγλι, το ορυκτό του χωριού, χρησιμοποιόταν και χρησιμοποιείται συνεχώς μέχρι τις μέρες μας από την εποχή του κυκλαδικού πολιτισμού. 

Κατά την αρχαιότητα λεγόταν ναξία λίθος. Η θέση στην οποία είναι κτισμένο το χωριό το καθιστά αθέατο από τη θάλασσα, γεγονός που μαρτυρά φόβους για πειρατές, πρόβλημα που είχε ανακύψει από τους βυζαντινούς και τους Ρωμαϊκούς ακόμη χρόνους. 

Η εκκλησία του χωριού, η Αγία Μαρίνα είναι δίκλιτη. Το νεώτερο κλίτος είναι αφιερωμένο στην Αγία Μαρίνα και κτίστηκε προς το τέλος του δέκατου έκτου αιώνα. 
Το παλαιότερο κτίστηκε οπωσδήποτε πριν το 1200 και είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη. 

Την ιστορία όμως του σημερινού οικισμού, τις ονομασίες του, τα επώνυμα των οικογενειών, μπορεί να τα παρακολουθήσει κανείς με κάποια βεβαιότητα το πολύ μέχρι τους χρόνους της ενετοκρατίας ή έστω ως τους τελευταίους χρόνους της βυζαντινής διοίκησης, όχι παλαιότερα.
Το 1207 ο Μάρκος Σανούδος διαίρεσε τη Νάξο σε 56 τιμάρια, φέουδα, τοπαρχίες ή κοινώς τόπους. Στον κατάλογο των 56 τόπων που παραθέτει ο Grimaldi περιλαμβάνονται και οι Βόθροι. 

Η Κωμιακή, η Μέση, η Αμμόμαξη και η Κεραμωτή ορίσθηκαν ως ιδιαίτεροι τόποι.
Σε πίνακα τιμαρίων, τιμαριούχων και φοροδοσίας του έτους 1670 που παραθέτει στη ιστορία του ο Grimaldi, το τιμάριο Βόθροι αναφέρεται με το όνομα Βόθροι ή Βότρυς. 
Στην ιστορία του o Grimaldi αναφέρεi επίσης ότι "προς το μεσημβρινόν μέρος αυτής" (εννοείται της κοιλάδας της Κωμιακής) "κείται η κοιλάς καλουμένη Βώθροι ως εκ του βαραθρώδους σχηματισμού αυτής, περικυκλωμένη εκ βουνών, είνε δε ορεινή, έχει δυό χωρία τό μεν Σκαδό , τόδε Τρικοκκιά ". 

Αναφέρεi ακόμη ότι στις περισσότερες περιπτώσεις στους τόπους δόθηκαν τα ονόματα που ήδη είχαν. 

Αυτό ισχύει οπωσδήποτε για τόπους όπως η Κωμιακή , η Μέση, η Αμμόμαξη και η Κεραμωτή που περιελάμβαναν ένα μόνο χωριό, δεν ισχύει όμως κατ'αναγκην για το φέουδο Βόθροι που περιελάμβανε δύο χωριά.
Το τιμάριο των Βόθρων ανήκε στα 1541 στον αφέντη της Τζιας Γιαννούλη Γοζανδίνο. 
Τα φέουδα τα πουλούσε ο ένας τιμαριούχος σε άλλο και άλλαζαν συχνά χέρια.
Το 1670 οι Βόθροι αποτελούσαν φέουδο του Χρουσή Σομμαρίπα. 

Στην περιοχή δεν φαίνεται να κατοίκησαν, τουλάχιστον για ικανό χρόνο, "ευγενείς". 
Στην περιοχή δεν υπάρχουν υπολείμματα μεσαιωνικών ή μεταγενέστερων κάστρων ή πύργων κάποιων οικονομικά ισχυρών. 
Ήταν περιοχή φτωχών μικροκαλλιεργητών και βοσκών. Ο ευγενής που διαφέντευε την περιοχή, αφ ενός τους αποσπούσε ένα μέρος της παραγωγής, αφετέρου εξουσίαζε τη ζωή τους. 
Μόνο μετά την κατάργηση των φέουδων άρχισε το χωριό να αναπτύσσεται. 
Τα φεουδαλικά δικαιώματα καταργήθηκαν το 1721.

Οι ονομασίες του χωριού


Το χωριό ανήκε από το 1207 σε τιμάριο με το όνομα Βόθροι. Αν είχε τότε το όνομα Βόθροι ή άλλο όνομα, το όνομα αυτό θα διατηρούταν ως το όνομα του χωριού. 

Ως Τρικοκκιές όμως αναφέρεται στα έγγραφα του δέκατου έκτου και του δέκατου έβδονου αιώνα η Κόρωνος όταν με τον όρο δηλωνόταν το χωριό και όχι η τοπαρχία. 
Η τοπαρχία ή τιμάριο Βόθροι περιελάμβανε δύο χωριά. 
Το Σκαδό και τις Τρικοκκιές.

Ο αφέντης της Τζιας Γιαννούλης Γονζαδίνος ανέθεσε σε άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, το Μανώλη τον Κοχλιό από τους Βόθρους, να του τελειώσει τον πύργο που έφτιαχνε εκεί, κοντά στη θέση Μαυρομάρι αναφέρεται σε έγγραφο του 1541. 




Στην καταγραφή των νοικοκυριών του 1708 καταγράφονται στους Βόθρους 29 νοικοκυριά εκ των οποίων 16 στο Σκαδό και 13 στις Τρικοκκιές. 
Μεταξύ των νοικοκυριών που καταγράφονται στο Σκαδό είναι και τα νοικοκυριά του Βασίλη και του Κωνσταντίνου Κοχλιού. 

Στις Τρικοκκιές το επώνυμο Κοχλιός δεν καταγράφτηκε ποτέ.
Στα φορολογικά κατάστιχα του 1757 καταγάφονται στους Βόθρους 63 φορολογούμενοι. Τα επώνυμα είναι Σκαδιώτικα και Κορωνιδιάτικα, ανάμικτα. 

Εξ άλλου, έγγραφο με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1666 "με το νέο," αναφέρει ότι "ο Ιαννούλης του Κιτάλου από τους Βόθρους, από το χωρίον ονοματισμένο Τρικοκκές," δωρίζει για την ψυχή του στην Παναγία της Μέσης "ένα αμπέλι οπού έχει στις Βόθρους, στο χωρίον Τρικοκκές σύμπλιο του αδελφού ντου Ιωάννη." 



Επίσης με το όνομα Τρικοκιές αναφέρει την Κόρωνο ο Grimaldi.
Τρικοκκιές ήταν επομένως και το έτος 1207 το όνομα της Κορώνου και κατά συνέπεια το βυζαντινό της όνομα, όπως βυζαντινά είναι και τα ονόματα Κεραμωτή, Αμμόμαξη, Σκαδό, Μέση, Κωμιακή. 

Το ότι σε ένα μόνο έγγραφο (του 1690), το χωριό αναφέρεται και ως "κώμιον της Αγίας Μαρίνας" δείχνει απλά ότι από εκείνη την εποχή υπήρχε στο χωριό εκκλησία της Αγίας Μαρίνας.

Το όνομα Τρικοκκιές προέρχεται από το όνομα δέντρων που υπήρχαν και υπάρχουν στο χωριό. 

Το επιστημονικό όνομα της τρικοκκιάς είναι mespilus oxyakantha. Άλλα ονόματά της είναι κράταιγος ο οξυάκανθος και μουμουτζελιά. 

Έχει κλαδιά με πολλά σκληρά και οξύτατα αγκαθια, φύλλα στιλπνά και πριονωτά με λοβούς, άνθη συνήθως άσπρα. Οι καρποί της έχουν μέγεθος βύσσινου, είναι ωοειδούς σχήματος, κατακόκκινοι και έχουν ευχάριστη γεύση. 

Εξ αιτίας του κόκκινου χρώματος των καρπών της και του ότι ανθίζει το Μάιο ήταν συνδεδεμένη κατά την αρχαιότητα, όπως και η μουρτζιά (κράταιγος ο μονόγυνος), με τις τελετουργίες καθαρμού και αγνείας του μηνός Μαϊου. 
Από τις τελετουργίες αυτές και την επιβολή αγνείας που τις συνόδευε, προέρχεται η αντίληψη που δεν επιτρέπει γάμους το Μάιο μήνα.

Τό όνομα Βόθροι αναφερόταν αποκλειστικά στο φέουδο. 
Μέχρι το έτος 1858 δεν ήταν το όνομα κανενός χωριού, όμως από το 1912 μέχρι το 1927 ήταν το μοναδικό όνομα της Κορώνου. 
Το ό,τι στον πίνακα του Grimaldi τo φέουδο αναφέρεται και ως "Βότρυς", θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμεύσει για να διερευνηθεί η προέλευση του ονόματος Βόθροι.

Συνεπώς ως Τρικοκκιές αναφέρεται η Κόρωνος σε έγγραφα κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα καθώς και το 1708 στους καταλόγους φορολογουμένων του Ισούφ Αγά.

Ως Τρικοκκιές αναφέρεται επίσης το 1835 στο νομοθέτημα για την ίδρυση του δήμου Κορωνίδας,(ΦΕΚ 04/ 26-02-1835) και το 1840 στο νομοθέτημα για την συγχώνευση του δήμου Κορωνίδας και μέρους του δήμου Απειρανθίας.(ΦΕΚ 22/ 18-12-1840)

Το 1858 όμως, στο νομοθέτημα για την επανίδρυση ως είχε κατά το παρελθόν του δήμου Κορωνίδας, η Κόρωνος αναφέρεται ως Τρικοκκιές ή Βόθροι, και το 1912 γίνεται ανεξάρτητη κοινότητα με το όνομα Βόθροι.(ΦΕΚ 26/ 17-07-1858, ΦΕΚ 261/ 31-08-1912). Η κοινότητα περιλαμβάνει και το χωριό Κεραμωτή.

Το έτος 1927 οι κάτοικοι ζητούν να ονομασθεί το χωριό Σμυριδούπολη.

Το χωριό ονομάζεται όμως Κόρωνος. 

Με το όνομα Κόρωνος παρέμεινε ανεξάρτητη κοινότητα ως το 1997, οπότε μετατράπηκε σε δημοτικό διαμέρισμα του δήμου "Δρυμαλία" που περιλαμβάνει όλα τα χωριά της ορεινής Νάξου. Το έτος 1932 η Κεραμωτή έγινε ανεξάρτητη κοινότητα.

Οι κάτοικοι της Κορώνου δεν ονομάζονται Κορωνιώτες ή Κορωνιάτες όπως λογικά θα περίμενε κάποιος, αλλά Κορωνιδιάτες. Αυτό ίσως γιατί επί πολλά χρόνια το χωριό ανήκε στο δήμο Κορωνίδας αλλά και γιατί το Κορωνιάτης αποτελεί το παρώνυμο πολλών από τους Κουφόπουλους, που αποτελούν μια μεγάλη και παλιά οικογένεια του χωριού.

Ο «Σύλλογος Κορωνιδιατών» της Αθήνας εκδίδει το περιοδικό «Κορωνιδιάτικα Χρονικά».

Η ανάπτυξη και η τραγωδία της κατοχής

Το 1708 στις Τρικοκκιές ήταν καταγεγραμμένα 13 νοικοκυριά και στο Σκαδό 16. 
Άγονη και αραιοκατοικημένη περιοχή. 
Οι περισσότεροι ή και όλοι οι κάτοικοι του χωριού, πρέπει να ήταν βοσκοί. 
Το 1833 τα καταγεγραμμένα νοικοκυριά στις Τρικοκκιές έχουν γίνει εξήντα 60 και το 1835 φτάνουν τα 63. Οι κάτοικοι του χωριού είναι ήδη 211. 

Το Σκαδό έχει φτάσει μόνο τα 48 νοικοκυριά και τους 149 κατοίκους.
Για την Κόρωνο που αναγράφεται Τρικοκκιές ως το 1858, Τρικοκκιές ή Βόθροι από το 1858 έως το 1912, Βόθροι από το 1912 ως το 1927 και Κόρωνος από το 1927 ως σήμερα καταγράφεται ο πληθυσμός που φαίνεται παρακάτω.

Έτος 1846 1852 1861 1896 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001
Κάτοικοι   246 387 461 766 1330 1707 1903 1237 1132 762 644 880 744

Το 1852, όταν ο πληθυσμός της Κορώνου ήταν 387 κάτοικοι, ο πληθυσμός της Απειράνθου ήταν 1548, της Κωμιακής 896 και του Φιλοτίου 1500 κάτοικοι. 

Στην Απείρανθο, έδρα τότε του δήμου Απειρανθίας στον οποίο υπαγόταν και η Κόρωνος, λειτουργούσαν δύο δημοτικά σχολεία. Στα υπόλοιπα χωριά του δήμου δεν λειτουργούσε κανένα σχολείο. 

Το έτος 1855 δημιουργείται ένα ακόμη σχολείο στην Κωμιακή, ένώ το έτος 1870 λειτουργεί ήδη σχολείο και στην Κόρωνο.

Όμως, αν και από το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξε ένα όχι μεγάλο αλλά υπολογίσιμο κύμα μετανάστευσης κυρίως προς την Αμερική και αργότερα προς την Αθήνα, ο ρυθμός ανάπτυξης του πληθυσμού της Κορώνου μέχρι το 1940 είναι εντυπωσιακός. 

Μεταξύ του 1835 και του 1940 ο πληθυσμός της Απειράνθου αυξάνεται από 1118 κατοίκους σε 2438 (αύξηση 120%), της Κωμιακής από 560 σε 1600 (αύξηση 180%) και της Κορώνου από 211 σε 1903 κατοίκους (αύξηση 800%). 

Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει κατά την δεκαετία του 1930 την Κόρωνο όχι ως χωριό αλλά ως κώμη με 1707 κατοίκους. 

Η μεγάλη αυτή αύξηση του πληθυσμού της Κορώνου, οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση της ζήτησης της τιμής και της παραγωγής σμύριδας. 
Αυτό γιατί εξ αιτίας των εισοδημάτων που εξασφάλιζε το σμυρίγλι, πολλοί άνθρωποι που γεννιούνται στο χωριό παραμένουν και ζουν εκεί. 



Ακόμη έρχονται στην Κόρωνο για να δουλέψουν στα ορυχεία και άνθρωποι από άλλα χωριά της Νάξου, από την υπόλοιπη Ελλάδα και από επαρχίες της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας που είχαν ελληνικό πληθυσμό. Και υπήρχαν κίνητρα για να παντρευτούν και να μείνουν στο χωριό.

Οι συνθήκες δουλειάς στα ορυχεία ήταν βεβαίως πολύ σκληρές. 
Η δουλειά με λυχνάρια σε υπόγειες στοές, αλλού υγρές με τα νερά να τρέχουν και αλλού ξηρές, αλλά πάντοτε μεγάλου βάθους και αμφίβολης στερεότητας, είναι δουλειά δύσκολη, επικίνδυνη και απεχθής. 

Οι εκρήξεις με δυναμίτη προκαλούσαν κινδύνους σοβαρών ατυχημάτων και δημιουργούσαν πυκνά σύννεφα σκόνης. 

Πυκνά σύννεφα σκόνης δημιουργούνταν σε όλες τις φάσεις της εκσκαφής όταν η στοά ήταν ξηρή. 

Έτσι η απώλεια της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή και της ζωής σμυριδεργατών από ατυχήματα και πνευμονοκονιώσεις μόνο σπάνια δεν ήταν. 

Επανειλημμένους ακρωτηριασμούς και θανάτους σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, αναφέρει η Αθηνά Καπίρη στο στιχούργημά της «Τα βάσανα των σμυριδοεργάτων».
Σε αντιστάθμιση όλων αυτών, οι απολαβές των σμυριδεργατών ήταν εντυπωσιακά υψηλές για την εποχή.

 Έχει αναφερθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1920 τα ετήσια εισοδήματά τους, όλων μαζί των σμυριδεργατών της Κορώνου, έφταναν τις ετήσιες απολαβές 4.000 δασκάλων. 

Και το δικαίωμα της εξόρυξης και της πώλησης σμύριδας στο ελληνικό δημόσιο το είχαν αποκλειστικά οι κάτοικοι των γύρω χωριών. 

Έτσι η αύξηση του πληθυσμού συνεχιζόταν.
Όμως, τα χρόνια της σχετικής ευμάρειας δεν κράτησαν πολύ. Ουσιαστικά από το 1930 η ζήτηση σμύριδας έχει μειωθεί και μειώνεται περαιτέρω με αυξανόμενους ρυθμούς λόγω κυρίως της όλο και μεγαλύτερης χρήσης τεχνητών λειαντικών υλικών (τεχνητού κορουνδίου) που είχε κάνει την εμφάνισή του ήδη από το 1890.

Κατά την περίοδο της κατοχής η πώληση σμύριδας μηδενίστηκε. 
Η αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή του χωριού ήταν μικρή και δεν έφθανε για να τραφεί ο αυξημένος εξ αιτίας της εκμετάλλευσης των σμυριδωρυχείων πληθυσμός. 
Τριακόσιοι εβδομήντα επτά άνθρωποι πέθαναν κυρίως τα δύο τελευταία χρόνια της κατοχής. 
Κύρια, σχεδόν αποκλειστική αιτία η πείνα.

Όλοι οι άνθρωποι ήταν ή αποσκελετωμένοι ή πρησμένοι, και δεν είχαν στο τέλος ούτε αντοχή ούτε έγνοια να θάψουν τους πεθαμένους, γράφει ο Ιωάννης Ψαρρός στο στιχούργημά του για τα χρόνια της κατοχής.

 Σπίτια έμειναν κλειστά γιατί δεν απέμεινε άνθρωπος στο σπίτι γράφει ο Γεώργιος Χουζούρης. 
Αναλογικά με τον πληθυσμό, οι απώλειες της Κορώνου κατά την κατοχή είναι, μαζί με εκείνες της Ερμούπολης, οι μεγαλύτερες της χώρας.

Μετά τον πόλεμο η Κόρωνος, είχε την τύχη να μη γνωρίσει τη φρίκη του εμφυλίου. 
Μετά τον πόλεμο ξεκινά ωστόσο μεγάλη μετακίνηση του πληθυσμού από την Κόρωνο προς άλλες περιοχές, κυρίως προς την Αθήνα αλλά και προς τη Χώρα της Νάξου και προς το εξωτερικό (Αμερική, Αυστραλία, Γερμανία). 

Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των κατοίκων που μένουν στο χωριό κατά τη διάρκεια του χειμώνα είναι πολύ μικρός.

 Σμύριδα Νάξου

Τα σμυριδορυχεία Νάξου βρίσκονται ανατολικά της Κορώνου

Δυο πέτρες, το σμυρίγλι και το μάρμαρο, γράφει στο βιβλίο ΚΩΜΙΑΚΗ ο Νίκος Λεβογιάννης, συνοδεύουν εδώ στην ορεινή Νάξο τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια και σημαδεύουν τη ζωή τους. 

Οι πλαγιές οι ράχες και οι κορυφές της Αμμόμαξης είναι μαρμαροτραχιές. Το σμυρίγλι φαίνεται λιγότερο. 

Το συναντάς και στην επιφάνεια του εδάφους, το πολύ και καλό ομως σμυρίγλι βρίσκεται βαθειά στη γη συνεχίζει. 

Και προσθέτει ότι στη Νάξο άρχισε ο άνθρωπος να δουλεύει το μάρμαρο και αυτό έγινε δυνατό, γιατί υπάρχει ανάμεσα στα μάρμαρα το σμυρίγλι, αυτή η σκουρόχρωμη πέτρα με την οποία μπορούσαν οι μαστόροι να χαράξουν, να κόψουν, να δουλέψουν να λειάνουν άλλα υλικά και κυρίως το μάρμαρο.


Η σμύριδα της περιοχής είναι πολύ καλής ποιότητας και ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Είχε χρησιμοποιηθεί και για την λείανση μαρμάρινων ειδωλίων ακόμη από την εποχή του Κυκλαδικού πολιτισμού.




Στο δρόμο προς το Λυώνα βρίσκονται και οι είσοδοι των σμυριδωρυχείων. 


Οι στοές των ορυχείων έχουν βάθος πενήντα έως διακόσια πενήντα μέτρα. Από τη θέση Πηγή της Κορώνου ξεκινά και ο εναέριος που έχει στην περιοχή δύο ακόμη σταθμούς φόρτωσης, στις θέσεις Πεζούλες και Στραβολαγκάδα. 

Οι μεταλλικοί πυλώνες του εναέριου, με τα τέσσερα πόδια, τους τροχούς που γυρνούσαν το σύρμα στο επάνω τους μέρος, με ύψος που ποικίλει από λίγα μέτρα στα ψηλά σημεία του εδάφους μέχρι 50 μέτρα στα χαμηλά, ώστε να περιορίζεται σε ασφαλή όρια η κλίση των συρματόσκοινων που μετέφεραν τα βαγονέτα με το σμυρίγλι, συνθέτουν μαζί με το όλο τοπίο μιαν εικόνα εντυπωσιακή. 
Επιπλέον αποτελούν μνημείο της σύγχρονης βιομηχανικής ιστορίας της χώρας.


Λαογραφία

Επαγγέλματα και ασχολίες των κατοίκων

Οι κάτοικοι της Κορώνου δεν ήταν θαλασσινοί και δεν έγιναν ναυτικοί. 
Η περιοχή, όπως και όλη η Νάξος, δεν έχει καλά φυσικά λιμάνια και επιπλέον ο φόβος των πειρατών απέτρεπε τη δημιουργία οικισμών κοντά στη θάλασσα. 
Μερικοί από τους λίγους κατοίκους του Ληώνα ήταν ψαράδες. 
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν βοσκοί και λίγοι συντηρούνται ακόμη με αυτό τον τρόπο. 

Τα επαγγέλματα που εμφανίστηκαν κάλυψαν ανάγκες που δημιουργήθηκαν με την ανάπτυξη που προκλήθηκε εξ αιτίας της εκμετάλλευσης του σμυριγλιού. 
Μερικά επιζούν ως τις μέρες μας ως κύρια ή ως συμπληρωματικά. 

Μπορεί να αναφερθούν το επάγγελμα του κτίστη, του σοβατζή, του μελισσοκόμου, του χασάπη, του οργανοπαίκτη, του σιδερά, του σαμαρά, του μαραγκού, του ρακιτζή, του μπακάλη, του καφετζή, του δάσκαλου τής μαμής. 

Άλλα επαγγέλματα έχουν εκλείψει. 
Παραδείγματα είναι ο τσουκαλάς, ο τουβλοποιός – κεραμοποιός, ο ασβεστάς, ο μυλωνάς, ο πανεράς (καλαθοποιός), ο φωτογράφος, ο κουρέας, ο τσαγκάρης, ο ράφτης, ο κηροποιός, ο γανωτζής, ο αγωγιάτης, ο σμυριδορύκτης, η φουρνάρισα του ψωμιού. Σμυριδορύκτες ήταν σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού.

Παράλληλα οι κάτοικοι είχαν και άλλες ασχολίες. 
Οι γυναίκες είχαν τις γνωστές δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των παιδιών, και επιπλέον το ζύμωμα του ψωμιού που γινόταν κάθε ένα ή κάθε δύο Σάββατα, το να φτιάχνουν τα γλυκά της εποχής και το να ξεραίνουν και να κρεμούν φρούτα για το χειμώνα. 

Τα γλυκά του χωριού ήταν μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα τις γιορτές των Χριστουγέννων, τσουρέκια και κουλουράκια το Πάσχα, καρυδάκι με άρωμα γαρίφαλο την άνοιξη, βύσινο λίγο αργότερα, σταφύλι και πετιμέζι την εποχή του τρύγου, κυδώνι αρωματισμένο με αρμπαρόριζα το φθινόπωρο. 

Ξέραιναν σύκα, σταφίδες, δαμάσκηνα και αχλαδούνες και κρεμούσαν για να συντηρούνται για το χειμώνα, κυδώνια, ρόδια και μήλα. 

Το πλύσιμο των ρούχων γινόταν κυρίως σπίτι αλλά και στο Ρυάκα. Στο σπίτι δεν υπήρχε νερό, και έτσι το έφερναν με τις λαΐνες (=στάμνες) και δοχεία από την πιο κοντινή από τις πέντε βρύσες - πηγές του χωριού. Περίφημο ήταν το "τσικαλαριό" της Κορώνου στην ανατολική είσοδο του χωριού όπου κατασκευάζονταν στάμνες, για τις ανάγκες των κατοίκων όλων των ορεινών χωριών. 

Το σιδέρωμα γινόταν με σίδερo - βαποράκι, που θερμαινόταν με κάρβουνα που τοποθετούνταν στο εσωτερικό του. Μερικές γυναίκες έραβαν εκτός από τα ρούχα για το σπίτι και ρούχα άλλων με αμοιβή. 



Πολλές, έγνεθαν το μαλλί και ύφαιναν. 

Όλες φρόντιζαν τα ζώα, περιποιόνταν τα λουλούδια, σκάλιζαν και ξεχόρτιζαν, φρόντιζαν μικρούς ποτιστικούς κήπους στο όρια του οικισμού αλλά μακριά από το σπίτι. 

Ακόμη μάζευαν τις ελιές, βλαστολογούσαν τα αμπέλια, συμμετείχαν στο θέρισμα και στον τρύγο όταν η οικογένειά τους είχε χωράφι ή αμπέλι. 

Καθάριζαν τέλος καθημερινά και άσπριζαν τακτικά τις πλακόστρωτες αυλές, τα σοκάκια και τις σκάλες κοντά στο σπίτι τους.

Οι άντρες έσκαβαν τα καλλιεργήσιμα χωράφια, όργωναν, έκαναν το λάκισμα, το καθάρισμα, το κλάδεμα, το τσάπισμα, το ξεφύλλισμα, το θειάφισμα του αμπελιού. 


Φρόντιζαν να πατηθούν τα σταφύλια σε φρεσκοασβεστωμένες λινούδες (λινού από το λινός, πατητήρι). Μάζευαν τη στροφιλιά και τη στράγγιζαν. Φρόντιζαν να εξασφαλίσουν και να αποθηκεύσουν κατάλληλα, όταν χρειαζόταν, τα τυριά του σπιτιού (ασερνικό, μυτζήθρες και ξυνοτυράκια). Αποθήκευαν το μούστο σε πήλινα δοχεία. 
Είχαν τη φροντίδα να γίνει ο μούστος κρασί και η στροφιλιά ρακή. 
Δημιουργούσαν λιοϋρια (μικρούς ελαιώνες). 

Κλάδευαν τις ελιές τους, τις ράντιζαν τις ράβδιζαν. Μετέφεραν με μουλάρια, τον καρπό στο σπίτι και στο λιοτριβιό. Καθάριζαν τις καμινάδες, εξασφάλιζαν και προετοίμαζαν ξύλα για το τζάκι, συντηρούσαν το δώμα και το σπίτι γενικότερα, επιδιόρθωναν έπιπλα και κυνηγούσαν.

Η αναφορά σε αγροτικές ασχολίες δεν σημαίνει ότι η αγροτική παραγωγή του χωριού ήταν σημαντική. 

Αντιθέτως, ήταν πολύ μικρή. Λίγοι κάτοικοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν το λάδι τους ή το κρασί τους από δικές τους ελιές ή δικά τους αμπέλια. 
Όλα μαζί, χωράφια, αμπέλια, λιοϋρια δεν ξεπερνούσαν τα 1500 στρέμματα.
Σχεδόν ότι χρειάζονταν για το ντύσιμο τους και το σπιτικό τους, και το μεγαλύτερο μέρος των τροφών που κατανάλωναν οι κάτοικοι του χωριού, παραγόταν αλλού και το αγόραζαν με χρήματα που έβγαζαν από το σμυρίγλι.

 Όταν κατά την κατοχή η πώληση σμυριγλού σταμάτησε, οι κάτοικοι αφού πούλησαν τον πρώτο καιρό στους κατοίκους των πεδινών χωριών ότι είχαν για λίγη τροφή, αντιμετώπισαν στην συνέχεια το φάσμα της πείνας. 
Οι 377 θάνατοι κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν το τραγικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης.

Ο τρόπος ζωής

Κατά τη δεκαετία του 1920 οι κάτοικοι γνώρισαν υψηλά εισοδήματα που διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα και κατά τη δεκαετία του 1930. 

Πήραν καλύτερα έπιπλα, έβαλαν στο σπίτι τους κρυστάλλινα και πορσελάνινα ποτήρια και πιατικά, φόρεσαν ακριβότερα ρούχα. Επιπλέον έστειλαν τα παιδιά τους στο σχολείο. 
Το σχολικό έτος 1939-1940, τριανταοκτώ παιδιά από την Κόρωνο, 34 αγόρια και 4 κορίτσια, φοιτούσαν στο Γυμνάσιο της Χώρας ή της Τραγέας.

Ανώτατη εκπαίδευση πήραν στη συνέχεια 22 από τα 34 αγόρια. 
Κάποιοι έγιναν μηχανικοί, κάποιοι έγιναν γιατροί, κάποιοι έγιναν δικηγόροι, καθηγητές, δάσκαλοι, στρατηγοί.

Όμως η ευμάρεια δεν κράτησε πολύ και οι χωριανοί δεν πλούτισαν. Δεν έφεραν και δεν μπορούσαν να φέρουν τεχνίτες να τους φτιάξουν σπίτια που θα έδειχναν την «καλή τους οικονομική κατάσταση» ή το καλό τους γούστο. 

Το χωριό έχει βεβαίως τη δική του αλλά συλλογική κυκλαδίτικη αισθητική. Ελάχιστα σπίτια ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα και αυτά όχι πολύ. Και τα σπίτια τους παρέμειναν όπως ήταν. 
Ούτε καν φροντίδα για τις όλως απαραίτητες βελτιώσεις δεν υπήρξε. 

Ο μικρός ανεπαρκής χώρος και η έλλειψη χώρων υγιεινής χαρακτήριζαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 όλα σχεδόν τα σπίτια της Κορώνου. 
Και πολλά σπίτια είχαν χωμάτινο δάπεδο, σε ένα χωριό με πλακόστρωτους σε όλη του την έκταση όλους τους δημόσιους χώρους (δρόμους, πλατείες, αυλές, σοκάκια, σκάλες).

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ


Τις Κυριακές για παράδειγμα χόρευαν στα «όργανα» που έπαιζαν κυκλαδίτικους, και όχι μόνο, σκοπούς και τραγούδια.
 Είκοσι και πλέον οργανοπαίκτες, βιολιτζήδες, λαουτιέρηδες και κλαρινιτζήδες, έχει αναφερθεί ότι είχε το χωριό τη δεκαετία του 1930. 

Οι παλαιότεροι δίδασκαν τους νεότερους και υπήρχαν και άλλοι, και γυναίκες ακόμη, που ήξεραν να παίζουν κάποιο όργανο χωρίς να είναι οργανοπαίκτες. Το χρησιμοποιούσαν στις βεγγέρες, σε βραδυνές συγκεντρώσεις σε σπίτια δηλαδή. Και πολλοί βοσκοί ήξεραν να παίζουν τζαμπούνα και τουμπάκι.


Η ενδυμασία

Για το είδος του ντυσίματος η δεκαετία 1900-1910 αποτελεί πάνω - κάτω την περίοδο διαχωρισμού. 
Σχεδόν όλοι όσοι γεννήθηκαν πριν το 1900 ντύνονταν με την παραδοσιακή, οθωμανικών καταβολών φορεσιά: βράκα οι άντρες και με την αντίστοιχη γυναικεία φορεσιά οι γυναίκες. 

Το μαντήλι στο κεφάλι, που δεν κάλυπτε όμως ούτε κατ’ ελάχιστο το πρόσωπο, ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα του ντυσίματος για τις γυναίκες κάποιας ηλικίας. Αντιθέτως εκείνοι που γεννήθηκαν μετά το 1910 υιοθέτησαν τον ευρωπαϊκό, τον δυτικό τρόπο ντυσίματος. Ο Μυκονογιώργης, (Γεώργιος Νικολάου Κουφόπουλος), υπήρξε ο τελευταίος βρακάς.

Ο γάμος

Στο γάμο, ο γαμπρός ξεκινούσε με όργανα και με τους συγγενείς του και τους φίλους του να πάρει από το σπίτι της τη νύφη. Το μουσικό θέμα ήταν κοινό σε όλες τις νοτιοκεντρικές Κυκλάδες και λέγεται «μαρς της νύφης». Έχει περιληφθεί στο δίσκο του Σίμωνος Καρά «Τραγούδια Αμοργού, Κύθνου και Σίφνου».

Στη συνέχεια μαζί γαμπρός, νύφη, συγγενείς και φίλοι, πήγαιναν με τη συνοδεία οργάνων στην εκκλησία. 
Το βράδυ όλο το χωριό ήταν καλεσμένο σε «συμπόσιο» με βιολιά και τραγούδια. Το κύριο φαγητό ήταν συνήθως μακαρόνια με κοκκινιστό κρέας.

 Μαγειρευόταν έξω σε πολύ μεγάλα καζάνια. Το γλέντι ήταν ολονύκτιο. 
Την επόμενη μέρα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι μαζεύονταν έξω από το σπίτι των νεονύμφων τραγουδώντας τις περίφημες "πατινάδες" (γαμήλια κοτσάκια) μετά τα οποία και ακολουθούσαν νέα κεράσματα.

Τα ονόματα

Στην Κόρωνο συνηθίζεται να παίρνει το πρώτο αγόρι όνομα από το σόϊ του πατέρα ενώ το δεύτερο από το σόι της μητέρας. Για τα κορίτσια η σειρά είναι αντίστροφη. 

Το πρώτο κορίτσι ονοματίζεται με το όνομα κάποιου μέλους της οικογένειας της μητέρας, το δεύτερο με το όνομα κάποιου μέλους της οικογένειας του πατέρα. 

Σχεδόν κατά κανόνα τα ονόματα αυτά, ήταν τα ονόματα των παπούδων και των γιαγιάδων.
Κατά την περίοδο της ανάπτυξης και της ακμής του χωριού οι οικογένειες αποκτούσαν πολλά παιδιά. 

Τα παιδιά μετά το τέταρτο έπαιρναν όνομα κατά συμφωνία, είτε από το σόϊ του πατέρα είτε από το σόϊ της μητέρας είτε κατά την επιθυμία του νονού. 
Το πιο συνηθισμένο ήταν να παίρνουν τα πέραν του δευτέρου κορίτσια όνομα από τις αδελφές της μητέρας τους, και τα πέραν του δευτέρου αγόρια όνομα από τους αδελφούς του πατέρα τους. 

Παράλληλα υπήρχε φροντίδα να υπάρχει ισότητα εκπροσώπησης των οικογενειών των δύο γονιών στα ονόματα των παιδιών. Τα έθιμα αυτά ήταν κοινά σε όλη σχεδόν την Νάξο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων.

Μεταξύ των γυναικείων ονομάτων, εμφανίζονται αρκετά συχνά ονόματα όπως Ανέζα (από το Agnese = Αγνή), Μαριέτα, Μαργαρίτα, Φλώρα, γεγονός που δείχνει δυτική επίδραση. 
Tο Λεντού (Λεοντώ) που εχρησιμοποιείτο συχνά παλαιότερα, πρέπει να κρατά από τους βυζαντινούς αν όχι από ακόμη παλαιότερους χρόνους. 

Υπάρχει σε σωζόμενη επιγραφή του έτους 1289 υπό την πλήρη του μορφή (Λεοντώ). 

Το όνομα Καλλιόπη δεν υπήρχε. Υπήρχε το όνομα Καλή. 

Στην παραλλαγή του λαϊκού θρήνου για το "Μοιρολόι της Παναγίας" που τραγουδιόταν στην Κόρωνο η Παναγία λέει: Άμε και συ Αγιά Καλή που δόξα να μην έχεις/ Στη θάλασσα να δέρνεσαι, στο κύμα να κοιμάσαι/ και στου πελάου τον αφρό να (ε)σπερνολειτουργάσαι/. Στη Νάξο τα εκκλησσάκια της Αγίας Καλής ήταν κτισμένα κυριολεκτικά πάνω στο κύμα. 
Το εκκλησσάκι της Παναγίας της Μυρτιδιώτισας στο λιμάνι της Χώρας στη Νάξο, ήταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 αφιερωμένο στη λατρεία της Αγιάς Καλής. 

Δύο άλλα ιδιαίτερο γυναικεία ονόματα, που συνηθίζονταν όμως σε αρκετές περιοχές της χώρας αλλα συνηθίζονταν πολύ περισσότερο στο χωριό μας, ειναι το Διαλεχτή και το Λεμονιά.  Αγία Διαλεχτή και αγία Λεμονιά δεν υπάρχουν και οι Διαλεχτές και οι Λεμονιές δε γιορτάζουν
.
Μεταξύ των αντρικών ονομάτων το Γιάννης είχε παλαιότερα τη γραφή και την προφορά Ιάννης και το Γεώργιος είχε γίνει Έργης (Γεώργιος > Γεώργης > Γεργής > Έργης ). Το -γιάννης, ως δεύτερο συνθετικό παρωνύμων, διατήρησε την προφορά -ιάννης τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1950. 
Τέλος το όνομα Νικηφόρος είχε εμφανώς μεγαλύτερη χρήση από τη χρήση που έχει σε άλλες περιοχές.


Οι γιορτές

Ο αγροτικός κόσμος της Ελλάδας είχε το δικό του πολιτισμό από την αυγή της νεολιθικής εποχής τον οποίο και διατηρούσε, στο βαθμό που επιζούσε το αγροτοποιμενικό στοιχείο, μέχρι τη δεκαετία του 1950. 

Αυτός ο πολιτισμός των χωρικών συντίθεται από μια λαϊκή θρησκεία και παράδοση που αναφερόταν στον ετήσιο επαναλαμβανόμενο κύκλο των εποχιακών φαινομένων, με τις ελπίδες, τους φόβους και τις λύπες που συνοδεύουν το γύρισμά του για τους γεωργούς και τους βοσκούς.

 Αυτός ο πολιτισμός επέζησε όλων των πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο. 
Μόνο από τις αρχές του εικοστού αιώνα ο αρχαίος αγροτικός τρόπος ζωής άρχισε να υποκύπτει στον αστικό τρόπο ζωής των σύγχρονων βιομηχανικών πόλεων στις οποίες άρχισε να μεταφέρεται ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των ελληνικών χωριών. 

Για τους λόγους αυτούς οι γιορτές, ανεξάρτητα από το με ποιο ένδυμα εμφανίζονται, είναι ουσιαστικά γιορτές αγροτοποιμενικές.
Το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων της Κορώνου ήταν βεβαίως ιδιαίτερα ισχυρό. 
Οι κάτοικοι ήξεραν τα κοντάκια, τα τροπάρια και τα απολυτίκια των αγίων. 

Ήξεραν τους ύμνους των Χριστουγέννων και τις ψαλμωδίες και τα εγκώμια της Μεγάλης Εβδομάδας εξ’ ίσου καλά με τα κάλαντα και το λαϊκό «Μοιρολόι της Παναγίας». 
Νήστευαν όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τετάρτη και Παρασκευή νήστευαν και το λάδι. 
Τη Μεγάλη Εβδομάδα οι καμπάνες δεν ηχούσαν, ηχούσαν οι ροκάνες. Και η γιορτή της Αγάπης την Κυριακή του Πάσχα αποκτούσε ιδιαίτερο περιεχόμενο.

Όμως ο τρόπος που γιορτάζεται το Πάσχα κάνει φανερή τη σύνδεσή του με την αγροτοποιμενική ζωή, και οι γιορτές της αποκριάς δεν έχουν καθόλου θρησκευτικό περιεχόμενο. 

Στην Κόρωνο ήταν συνδεδεμένες με την χοιροσφαγή, το φτιάξιμο του παστού και του γλινερού, την οινοποσία, τα τραγούδια, τις απαγγελίες, τους χορούς, τα μασκαρέματα και τα χοντρά πολλές φορές αστεία, τα συνδεδεμένα με μια γεωργο-ποιμενική αντίληψη για την ευρωστία και τη γονιμότητα. 

Τις Κυριακές το βράδυ χόρευαν στα καφενεία με όργανα. Τις Κυριακές, την Καθαρή Δευτέρα και κάποιες καθημερινές τα μεσημέρια, τραγουδούσαν και χόρευαν με ή χωρίς όργανα στα δώματα των σπιτιών και στα πλατώματα.

Ανάλογα μπορεί να πει κανείς και για τις γιορτές του Κλήδονα, με το αμίλητο νερό, με το αλμυρόψωμο, με το κάψιμο των μαγιάτικων στεφανιών και το πήδημα πάνω από τις φωτιές του Αη-Γιάννη. 

Γιορτάζονταν λίγες ημέρες μετά το θερινό ηλιοστάσιο. 
Ήταν γιορτές συνδεδεμένες με την έλευση του καλοκαιριού και με την αναζήτηση, εκ μέρους των νέων, συντρόφου για τη ζωή τους. 
Και ήταν γιορτές που έδιναν ευκαιρία για παιχνίδια, αυτοσχέδιους στίχους, τραγούδια και χορούς.

Μια γιορτή που δεν είναι πανελλήνια ήταν η γιορτή της «Πληθερής». 
Είναι καθαρά ποιμενική αν και δε γιορταζόταν στις 2 του Σεπτέμβρη ή τη Νιά Παρασκευή, ημέρες που έχουν συνδεθεί με τη λατρεία του προστάτη των κτηνοτρόφων Άγιου Μάμα. 
Γιορταζόταν την ημέρα της Ανάληψης αλλά δεν είχε κανένα θρησκευτικό περιεχόμενο και δεν είχε καμμιά σχέση με τη θρησκευτική γιορτή της ημέρας.

Την ημέρα εκείνη οι βοσκοί έμεναν στις μάντρες και ετοίμαζαν ξυνόγαλα. Οι χωριανοί τους έστελναν κεράσματα και ευχές με τα μεγαλύτερα παιδιά τους. Οι ευχές ήταν να πληθύνουν οι βοσκοί τα ζώα τους και να μεγαλώσουν την παραγωγή τους.

Οι βοσκοί δέχονταν τις ευχές και τα κεράσματα και φίλευαν τα παιδιά με ξυνόγαλα, που έστελναν και στους γονείς των παιδιών. Τα σχολεία την ημέρα της γιορτής δεν λειτουργούσαν. 

Η γιορτή ήταν ημέρα χαράς και «ανακάλυψης» της ευρύτερης περιοχής για τα παιδιά και ημέρα χαράς και ελπίδων και για τους βοσκούς.
Στις γιορτές του χωριού πρέπει να περιληφθούν και τα πανηγύρια. 


Στην Κόρωνο γίνονται τρία πανηγύρια

Το ένα τη Νια (την πρώτη μετά το Πάσχα) Παρασκευή, την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής. Γιορτάζει η εκκλησία της Παναγίας της Αργοκοιλιώτισσας. Έχει παναξιακό χαρακτήρα και παλαιότερα είχε πολύ μεγάλη συμμετοχή κόσμου. 

Το δεύτερο στις 17 Ιουλίου, ημέρα που γιορτάζει η Αγία Μαρίνα, η κεντρική εκκλησία του χωριού, με ολονύκτιο ξεφάντωμα. 

Το τρίτο στις 23 Αυγούστου, στα εννιάμερα από την Κοίμηση της Θεοτόκου, στο Λιοϋρι. Γιορτάζει η εκκλησία της Παναγίας της Κεράς.

Ιδιωτικά κάθε χωριανός γιόρταζε την ημέρα της ονομαστικής του γιορτής, μαζί με τους συγγενείς του και τους φίλους του. Οι επισκέπτες δεν του πήγαιναν δώρα. Τον τιμούσαν με την παρουσία τους. Η ημέρα των γενεθλίων δεν γιορταζόταν.


Οι χοροί και τα τραγούδια

Ο Θησέας, γυρνώντας από την Κρήτη στην Αθήνα, στάθηκε στη Δήλο. 
Πρόσφερε αφιερώματα και θυσίες στους θεούς και γιόρτασε με τους συντρόφους του. 
Στις γιορτές χόρεψαν το χορό του γερανού, αγέρανο θα τον λέγαμε σήμερα, μαζί άντρες και γυναίκες. 

Χορός ανδρών και γυναικών μαζί γινόταν για πρώτη φορά σε ελληνικά φύλα. 
Από τότε οι Κυκλαδίτες, (Αιγαιίτες και Ίωνες τότε και την αμέσως επόμενη εποχή), χορεύουν χορούς κοινούς για άντρες και γυναίκες.
Συρτοί, μπάλοι, αγέρανοι και βλάχες είναι σήμερα κυκλαδίτικοι χοροί που τους χορεύουν μαζί γυναίκες και άντρες. 

Με εξαίρεση την περίπτωση του μπάλου, οι ρυθμοί και οι μελωδίες προέρχονται από βυζαντινούς ρυθμούς και παίζονται στη φυσική μουσική κλίμακα. Ο συρτός είναι αρχαίος χορός. 

Συρτοί, βλάχες, και αγέρανοι είναι ομαδικοί, συλλογικοί χοροί. 
Ο προσωπικός χορός στις Κυκλάδες είναι ο μπάλος, ένας ζευγαρωτός και όχι ατομικός χορός. Έχει δυτική προέλευση αλλά είναι πλήρως αφομοιωμένος και αποτελεί βασικό τμήμα της νησιώτικης χορευτικής και μουσικής παράδοσης. 

Ο στίχος των τραγουδιών είναι χαρακτηριστικά λυρικός.
Η Χώρα δεν έχει σχέση με το ναξιώτικο τραγούδι. Η λαϊκή μουσική παράδοση στη Νάξο, αναπτύχθηκε στα χωριά. 
Η επιροή της Πολίτικης και της Μικρασιάτικης μουσικής στη διαμόρφωσή της είναι εμφανής. 
Η ναξιώτικη μουσική είχε όμως εξαιρετικά πρωτότυπες δημιουργίες. 
Τα πιο πηγαία τα πιο αυθεντικά ναξιώτικα μουσικά θέματα, θα πρέπει να δημιουργήθηκαν από βοσκούς. 

Σε πολλά χωριά τραγουδούσαν και χόρευαν περισσότερο τη δική τους την τοπική βλάχα.
Η κορωνιδιάτικη βλάχα έχει τίτλο «Τα παλαιά μου βάσανα» και χαρακτηριστικό στίχο «τα βάσανά μου τραγουδώ, τον πόνο μου γλεντίζω».

Στα όργανα που συνοδεύουν τους χορούς, η λύρα είχε από νωρίς αντικατασταθεί από το βιολί, που παρείχε μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης της μελωδίας. 
Βιολί και λαούτο αποτελούσαν συνήθως την ορχήστρα.
 Διετηρείτο όμως και η τζαμπούνα με το ενθουσιαστικό παίξιμό της, και το τουμπάκι, είδος μικρού τυμπάνου. 

Οι σκοποί παίζονταν στις ψηλές νότες του βιολιού γιατί οι ψηλές νότες διεγείρουν περισσότερο στο χορό.
Στα γλέντια τους οι κάτοικοι του χωριού δεν περιορίζονταν σε αυτού του είδους χορούς και τραγούδια. Είχαν παλαιότερα επαφές με την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας. Αργότερα με την Ερμούπολη, τον Πειραιά και την Αθήνα.

Εκτός από τις επιρροές της μουσικής της Πόλης και της Μικράς Ασίας στην Κυκλαδίτικη, έχουμε άμεση γνώση και μεταφορά από τους οργανοπαίκτες και τους τραγουδιστές, και μετάδοσή στους χωριανούς και στις επόμενες γενιές, σκοπών και τραγουδιών από όλες αυτές τις περιοχές. 

Τοπικοί χοροί άλλων περιοχών, ο καλαματιανός, ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος, το σέρβικο αλλά και το ταγκό, το βαλς, το φοξ-αγγλαί και το τσάρλεστον περιλαμβάνονταν στους χορούς που χόρευαν στην Κόρωνο κατά τη δεκαετία του 1930. 

Μερικοί ναξιώτικοι σκοποί συνοδεύονταν με τοπικά αυτοσχέδια δίστιχα (κοτσάκια). 
Αυτό συνηθίζεται σε όλη τη Νάξο, ως τις μέρες μας.

Όσον αφορά τα αφηγηματικά τραγούδια, μαρτυρείται ότι στις αρχές του εικοστού αιώνα, υπήρχαν στην Κόρωνο άτομα που απάγγελναν και τραγουδούσαν πολύ μεγάλα τμήματα από τον Ερωτόκριτο. 

Ακόμη ότι στην Κόρωνο απάγγελναν και τραγουδούσαν και άλλα τραγούδια όχι τοπικά, όπως η «Ριμάδα Κόρης και Νιού», και διάφορα «Εκατόλογα». 
Ποικίλες παραλλαγές της «Ριμάδας Κόρης και Νιού» είχαν μεγάλη διάδοση στην Κέρκυρα, στα Δωδεκάνησα και στις Κυκλάδες. 

Τα «Εκατόλογα» δεν είναι αφηγηματικά τραγούδια. Αποτελούν ένα είδος ερωτικής δοκιμασίας. Ο νέος που θέλει να κατακτήσει μια νέα πρέπει να πει εκατό λόγια, δηλαδή εκατό ερωτικά δίστιχα που περιλαμβάνουν έναν αριθμό από το 1 ως το 100 για να αριθμούνται. 

Συνήθως μετά το δέκα δεκατίζει τα λόγια, λέει δηλαδή ένα μόνο δίστιχο για κάθε δεκάδα αριθμών.

Πέραν αυτών, ο καθηγητής και λαογράφος Δημ. Οικονομίδης αναφέρει ότι στο Λαογραφικό Αρχείο υπάρχουν δύο ακριτικά τραγούδια και πέντε παραλογές εκ των οποίων δύο σε διπλή παραλλαγή, που έχουν καταγραφεί στην Κόρωνο από τον ιερέα και δάσκαλο Γαβριήλ Λεγάκη το 1888 και το Στέφανο Ήμελλο το 1960. 

Τα τραγούδια, τα κάλαντα και τα τροπάρια αποτελούσαν μέρος της προφορικής λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία βασιζόταν η καλλιέργεια το γλωσσικού αισθητηρίου και η ομαλή φυσική εξέλιξη της γλώσσας, και όπως οι παροιμίες και τα γνωμικά, αποτελούσαν και μέρος της προφορικής παράδοσης που έδινε πρότυπα ήθους και συμπεριφοράς.



Το γλωσσικό ιδίωμα

Το γλωσσικό ιδίωμα του χωριού, όπως και τα γλωσσικά ιδιώματα όλων των χωριών της Νάξου, ανήκει στα καθαρά νησιώτικα γλωσσικά ιδιώματα και φυσικά έχει νότιο φωνηεντισμό. 

Αντιθέτως προς όσα αναφέρει ο Αντώνιος Σιγάλας τα γλωσσικά ιδιώματα των χωριών της Νάξου καμιά επιρροή δεν έχουν δεχθεί από βόρεια γλωσσικά ιδιώματα. 

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ιωάννης Προμπονάς στο μελέτημά του « Η γλώσσα των ναξιακών εγγράφων (1433-1837) και το παλαιότερον ναξιακόν ιδίωμα» γλωσσικά φαινόμενα σαν αυτά που παρατηρούνται στα χωριά της Βορειοανατολικής Νάξου και αφορούν μεταβολές φωνηέντων, παρατηρούνται σε όλα τα νότια ιδιώματα. 

Επιπλέον όπως επίσης παρατηρεί ο καθηγητής Ιωάννης Προμπονάς, τα έγγραφα μαρτυρούν ότι τα γλωσσικά ιδιώματα των χωριών της βορειοανατολικής Νάξου μοιάζουν περισσότερο με το παλαιό ναξιακό γλωσσικό ιδίωμα από ότι τα ιδιώματα των χωριών της υπόλοιπης Νάξου, και εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει επειδή η βορειοανατολική Νάξος ήταν απομονωμένη και έτσι έχει δεχθεί μικρότερη επίδραση από μέρους των Ενετών και των Δυτικών εν γένει, από την επίδραση που έχει δεχθεί η υπόλοιπη Νάξος.

Το γλωσσικό ιδίωμα της Κορώνου διατηρεί ως νότιο νησιώτικο ιδίωμα, ένα σύστημα πέντε φωνηέντων, (α, ε, ι, ο, ου), και στις τονιζόμενες και στις άτονες συλλαβές. 

Ακόμη, όπως όλα τα νότια ιδιώματα, δεν εμφανίζει συμπλέγματα συμφώνων άλλα από εκείνα που εμφανίζονται στη νεοελληνική κοινή και τα μόνα σύμφωνα που μπορεί να εμφανίζει στο τέλος μιας λέξης είναι το [ν] και το [ς]. Το ιδίωμά έχει και τις ιδιαιτερότητές του. 

Η περιγραφή βασίζεται στο παραπάνω μελέτημα του Ιωάννου Προμπονά, στο βιβλίο του Νικολάου Κοντοσόπουλου Διάλεκτοι και Ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου του Γεωργίου Ψαρρού Ποίηση και Λαογραφία και στις μαρτυρίες της γεννημένης το 1921 Ειρήνης Κουμερτά.

Στη μιλιά μας το [κ] δεν έγινε ποτέ [τσ] όπως έγινε, μάλλον σχετικά πρόσφατα, σε μερικά άλλα ναξιώτικα ιδιώματα.

Αντιθέτως προς ότι συμβαίνει στην Απείρανθο αφ’ ενός και στο Φιλότι και την Κωμιακή αφ’ ετέρου, η προφορά του [λ] δεν τροποποιείται μπροστά από κάποια φωνήεντα.
Το [γ] δεν προφέρεται όταν βρίσκεται στην αρχή των λέξεων και όταν βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων οπουδήποτε μέσα στη λέξη. 

Λέμε ή έλεγαν άμος αντί γάμος, θυατέρα αντί θυγατέρα, τριϋρίζει αντί τριγυρίζει, ανοίω αντί ανοίγω, αρμέω αντί αρμέγω. 

Η λέξη φλέα θεωρείται ότι προέκυψε ως εξής: φλέβα > φλέγα > φλέα ( Ιωάννης Προμπονάς)
Η κατάληξη –εύω γίνεται –εύγω. (δουλεύγω, χορεύγει).
Το [γ] αναπτύσσεται και προ του [ν] ( ενάντια > αγνάντια = απέναντι, έννοια >έγνοια = φροντίδα). Από το αγνάντια και το αγναντίζει.

Στην καταλήξεις λέξεων προστίθεται ένα [ν] όταν ακολουθούν λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή άηχο σύμφωνο (κ, π, τ). 
Το [ν] αυτό ακούγεται σαν πρώτος φθόγγος της λέξης που ακολουθεί (καλόν ταξίδι > καλό νταξίδι).

Στην αρχή λέξεων οι οποίες αρχίζουν από φωνήεν ή άηχο σύμφωνο (κ, π, τ) αναπτύχθηκε ένα [ν] ή ένα [μ] ( νοικοκύρης, νοικοκυρά, Μπαφίτης = Παφίτης, Ντηνιακός, μπλεκτό). Αιτία η συνεκφορά του [ν] του άρθρου της αιτιατικής.

Τα περισπώμενα ρήματα προφέρονται συνηρημένα και διατηρείται η διάκριση συζυγίας (αγαπώ, αγαπάς αλλά κουνώ κουνείς και πορπατώ πορπατείς)
Στα ρήματα η συλλαβική αύξηση (ε- ή η-) διατηρείται πάντοτε ( ήχυσα, ετρώανε).
Στα ρήματα δεν εχρησιμοποιείτο η κατάληξη -ουσι (τρώουσι), ούτε η κατάληξη -ασι (εφάασι) που εχρησιμοποιείτο στην Απείρανθο. 

Προστίθεται, όπως και στα περισσότερα Ναξιώτικα ιδιώματα, η κατάληξη –νε στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο της ενεργητικής φωνής (πίναμένε, ηχύσαμένε αντί πίναμε, χύσαμε ),
-στο τρίτο ενικό πρόσωπο των παρελθοντικών χρόνων της ενεργητικής φωνής ( ήτρεξένε, ήφαένε,ηφύτεψένε) και
-στο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο της παθητικής φωνής (αποθάνανε).

Η κατάληξη –νε είναι επέκταση ενός ιδιωματικού τελικού –ν. (ήτρεξεν > ήτρεξένε ). 
Η προσθήκη του -νε και η ταυτόχρονη διατήρηση του τόνου στη συλλαβή που τονιζόταν δημιούργησαν το φαινόμενο να εμφανίζεται τονισμός σε συλλαβή πριν την προπαραλήγουσα και να αναπτύσσεται δευτερεύων τόνος στην παραλήγουσα όπως στα παραπάνω παραδείγματα. 

Η ανάπτυξη δευτερεύοντος τόνου μαρτυρείται σε ναξιακά έγγραφα από το 1538. Πολύ λίγα παλαιότερα ναξιακά έγγραφα σώζονται.

Το θηλυκό άρθρο στη γενική ενικού γίνεται τση αντί της. (τση Ερήνης αντί της Ειρήνης)
Το αρσενικό και το θηλυκό άρθρο γίνονται τσι αντί τους ή τις στην αιτιατική πληθυντικού. (τσι ανθρώποι αντί τους ανθρώπους, τσι γυναίκες αντί τις γυναίκες, τσι χωροφυλάκοι αντί τους χωροφύλακες)

Η αιτιατική του πληθυντικού των αρσενικών ονομάτων σε –ος είναι όμοια με την ονομαστική όπως συμβαίνει και στα Μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου (τσι γιατροί, τσι ανθρώποι).

Τα αρσενικά προπαροξύτονα ονόματα ανεβάζουν στην αιτιατική πληθυντικού τον τόνο στην παραλήγουσα.

Η άτονη προσωπική αντωνυμία ακολουθεί το ρήμα (θωρώ σε, ευχαριστώ σας, έφερέ μου αντί μου έφερε. 

Είδα σε κι ο νους μου εγίνη περιβόλι με τσι κρίνοι.)
Η αντωνυμία του γίνεται ντου, η αντωνυμία της γίνεται ντζη (τα παιδιά ντου, τα παιδιά ντζη), και η αντωνυμία τους γίνεται ντωνε ( τα παιδιά ντωνε).
Οι αντωνυμίες τον, την γίνονται τονε, τηνε (τον χάνει > τονε χάνει, θωρώ την > θωρώ τηνε, ρώτησέ τον > ρώτησέ τονε).

Το τί λέγεται ίντα και το γιατί; λέγεται γιάντα. 
Τα μπ, ντ, γκ προφέρονται χωρίς το ένρινο στοιχείο. Λέμε δηλαδή γιάdα και όχι γιάνdα, αφέdης και όχι αφένdης.

Το [ι] ανάμεσα σε [σ] ή [ζ] και φωνήεν εκπίπτει (μοιρασά, φορεσές, μαγαζά, ανηψά, ελές αντί μοιρασιά, φορεσιές, μαγαζιά, ανηψιά, ελιές).
Το [ε] και το [ι] στην αρχή μιας λέξης μπορεί να εκπίπτουν (ερίφιο > ρίφι, κερά Ειρήνη > κερά Ρήνη, ιστέρνες > στέρνες).
Το [ι] μετά το [ρ], ή το [σ] μπορεί να εκπίπτει (υστερινός > στερνός, χοιρινό > χερνό, συκαμνιές > σκαμνιές ).

Το [ε]+[ο] γίνεται [ο] ή [ε] . (θεωρώ > θωρώ, Θεοδώρα > Θοδώρα, χρεωστεί > χρωστεί, Λεοντώ > Λεοντού > Λεντού, Γεώργης > Γεργής > Έργης ) Το φαινόμενο αυτό συναντάται σε πολλά νότια ιδιώματα.
Το [α]+[ε] γίνεται [α]+[ι] , το [ε]+[α] γίνεται [ι]+[α] και το[ε]+[ο] γίνεται [ι]+[ο]. (Αετοφωλιά > Αϊτοφωλιά, Εβραιακή > Εβριακή, Γεώργης > Γιώργης).
Το [α]+[ο] γίνεται [α]+[ου] (άωρο > άουρο).

Το [ι] γίνεται [ε] μπροστά από λ, ρ, μ, ν ( Στυλιανός > Στελιανός, κυρά > κερά, Ειρήνη > Ερήνη, πλήρωνε > πλέρωνε, ήμισυ > εμισό, να γινείς > να ενείς).

Το [ε] γίνεται [ο] μπροστά από ρ, μ (ψέματα > ψόματα, περπατείς > πορπατείς).
Το [ο] γίνεται [ε] μπροστά από ρ . (Πάνορμος > Πάνερμος).

Το λ μπροστά από θ, κ, μ, π, φ γίνεται ρ (έλθω > έρθω, άλμη > άρμη).
Το π μπορεί να γίνει φ, το κ προ φωνήεντος να γίνει γ, και το ττ να γίνει τσ .(πυρός > φυρός, cisterna > γιστέρτνα > ιστέρνα > στέρνα, cattus > κάττος > καττούλι > κατσούλι).
 
Το τ μπροστά από ημίφωνο ι (ια, ιε, ιο) μπορεί να γίνει θ (μάτια > μάθια, φωτιά > φωθιά).
Το σ μεταξύ φωνηέντων ή προ ηχηρών συμφώνων (β, γ, δ, μ) μπορεί να γίνει ζ (τάσσει > τάζει, σβούρα > ζβούρα).
Το τρ μπορεί να γίνει δρ και το δρ μπορεί να γίνει dρ (άτρακτος > αδράχτι, υδρίτης > ντρίτης).

Τα μ, ν εκπίπτουν μπροστά από τα φ, χ, θ, β, γ, δ, λ, ρ, μ, ν, σ. (νύμφη > νύφη, συγχωρέστε μου > συχωρέστε μου, αν θέλει ο θεός > α θέλει ο θεός, των γονέων > τω γονέων, αν δεν έλθει > α δεν έρθει, των λουτρών > τω λουτρών, των διαδόχων μας > τω διαδόχω μας, των μουλαράδων > τω μουλαράδων).

Εμφανίζονται μεταθέσεις συμφώνων ή φωνηέντων ( ότε > ότεν > όντε, όταν ήφευγες > όνταν ήφευγες, όποταν > όποντας, αρσενικό > ασερνικό, Αγιαρσενί > Αγιερσανί > Αγερσανί)
Η δαγκωνιά λέγεται δαγκανιά, το θα λέγεται θε να (από το θέλει να), και το απ’ τον μετατρέπεται σε α’ τον. 

Λέμε θε να πάμε στη Χώρα και όχι θα πάμε στη Χώρα και λέμε α’ την Κωμιακή και όχι απ’ την Κωμιακή. 
Τα έγγραφα δείχνουν ότι αυτό παλαιότερα συνηθιζόταν σε όλη τη Νάξο.
Το λεξιλόγιο είναι σχεδόν κοινό με το λεξιλόγιο όλων των νότιων νησιώτικων ιδιωμάτων και περιλαμβάνει και λέξεις που κληρονομήθηκαν από παλαιότερες φάσεις της γλώσσας μας (αρχαία και βυζαντινή) και δεν έχουν διατηρηθεί στη νεοελληνική κοινή και στα στεριανά ιδιώματα. 

Αναφέρω για παράδειγμα τις λέξεις θε να, σύντεκνος, θωρώ (=βλέπω, κοιτάζω, βάζω σκοπό, επιδιώκω), σφούνι (από το σιφούνι, σιφώνι), λινού (από το ληνός= πατητήρι), φυρός (από το πυρρός= κόκκινος). 

Ο τύπος φυρρός με την έννοια κόκκινος απαντάται σε παπύρους από το 159 μ.Χ.. Βόες δύο, μίαν μεν μελανήν την δε ετέραν φυρράν αναγράφεται, αναφέρει ο Ιωάννης Προμπονάς.
Το λεξιλόγιο τέλος περιλαμβάνει και ελάχιστες λέξεις ιταλικής προέλευσης όπως η λέξη ριμάδα (=μεγάλης έκτασης ποίημα ή τραγούδι) και ελάχιστες επίσης λέξεις τουρκικής προέλευσης όπως η λέξη πεσκίρι (= πετσέτα) που δεν εμφανίζονται στην κοινή νεοελληνική. 

Προσθέτω ακόμη ότι μια ιδιωματική κυκλαδίτικη λέξη που χρησιμοποιείται στο χωριό είναι η λέξη φαραοσυκιά (= φραγκοσυκιά). 

Στη Θήρα και στη Σίκινο λέγεται επίσης φαραοσυκιά. Στην Ίο το [κ] γίνεται [τσ], το [ι] βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε [σ] και φωνήεν και εκπίπτει, και η φαραοσυκιά γίνεται φαραοσυτσά




Επίθετα

Ενώ το χωριό ονομάστηκε Κόρωνος οι καταγόμενοι από αυτό αντί για ‘’Κορωνιότες’’ ή ‘’Κορωνιάτες’’ καλούνται ‘’Κορωνιδιάτες’’ , επίθετο που ανήκει στη Κωμιακή η οποία μετονομάστηκε σε Κορωνίδα .

Οι εξηγήσεις αυτού του ίσως εσκεμμένου λάθους είναι δύο : 
1ον στη Κόρωνο υπήρχε ήδη σόι Κουφόπουλων που είχε το παρατσούκλι ‘’Κορωνιάτες’’  
2ον ότι επειδή ο παλιός δήμος λεγόταν δήμος Κορωνίδος πήγε το όνομα στη Κωμιακή και ο χαρακτηρισμός των κατοίκων στη Κόρωνο .

Οι Κορωνιδιάτες έχουν ποικίλη καταγωγή , όπως και όλοι οι Ναξιώτες .

Τα παλαιότερα επίθετα του χωριού είναι Μανωλάς , Κουφόπουλος , Χουζούρης , Κουμερτάς , Μανδηλαράς , Μελισσουργός (ή Παπαϊωάννου ή Πουλημένος) , Σαντοριναίος , Μαγγιώρος (Μακέρος) , Μαγκανάρης και Πάσουλας .

Από τους Κουφόπουλους προέρχονται οι Αξαόπουλοι και οι Πρωτονοτάριοι , από τους Μανωλάδες οι Αντωνόπουλοι .

Κοντόπουλος , Παυλόπουλος , Μουτσόπουλος , Μαστρογιαννόπουλος , Σιδερής και Ψαρρός προέρχονται πιθανόν από την Πελοπόννησο και εμφανίζονται στη Κόρωνο μετά τα Ορλωφικά (1776)

Γληνός , Φακίνος , και Λεγάκης πιθανόν από την Κρήτη .

Επταήμερος (Εφθήμερος ή Ευθύμερος ή Ευθήμερος) , Νικολάκης και Παντελιάς από Μικρά Ασία ( ήρθαν το 1821 , από το Αϊβαλί , διωγμένοι από τους Τούρκους σε αντίποινα της ενάρξης της Επαναστάσεως )

Σαμψούντιος , Μόρτης , Μακράς και Παρασκευάς ήρθαν μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922

Νομικός από Σαντορίνη , Σάλτης από Σύρο

Σπανός , Φυρογένης και Καπίρης από τη Κεραμωτή

Αγαπητός , Γλέζος , Μπελιώτης , Φραγκίσκος και Κριμιτζάς από την Απείρανθο
Βιντζηλαίος , Μυλωνάς , Βιλαντώνης και Χωριανόπουλος από Κωμιακή (υπήρχε και μια οικογένεια Χωριανόπουλων καταγόμενοι από Τραγαία)

Βασαλάκης από το Δαμαριώνα .

Ενώ δεν ήταν και λίγοι όσοι από άλλα μέρη της Ελλάδας για διαφόρους λόγους ήρθαν στη Κόρωνο και παντρεύτηκαν εκεί (Γιαννούκος , Ηλιάκης , Ρηγάκης , Μπινίκος , Τζανέτος κ.α.)
Μαγκανάρηδες και Μαστρογιαννόπουλοι είναι οι κάθε αυτού Σιφωνιάτες .

Μεγάλη είναι η σχέση των Κορωνιδιατών με Κεραμωτή , Σκαδό και Μέση . 

Στη Μέση ιδιαίτερα το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων της έλκουν τη καταγωγή τους από τη Κόρωνο , στη Κεραμωτή το ποσοστό επίσης είναι μεγάλο , στο Σκαδό και στη Κωμιακή υπάρχουν πολλά σόγια που προέρχονται από τη Κόρωνο (Θοδωράδες , Χαλικουτάδες , Σαλιμπούργοι , Μυλωνάδες , Βοθριάτες , Μανωλαδες , Κριταμάδες , Μουντρουλάδες κ.α.) . Επίσης στην Μονή εγκαθίσταται μεγάλο μέρος των Μαστρογιαννόπουλων και των Μαγκανάρηδων προερχόμενοι από τις Σίφωνες .


ΒΙΝΤΕΟ .

                                                 ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΚΟΡΩΝΟΣ 


ΠΗΓΗ. 1. koronostimes
               2. el.wikipedia
               3.  google




































                                ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ