Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Ο Αλβανισμός οφείλει την ταυτότητά του στην οικουμενικότητα του Ελληνισμού

ΔΕΥΤΕΡΑ 6-3-2017







Του Παναγιώτη Μπάρκα* 





 Στις 25 Φεβρουαρίου τρέχοντος ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα μετείχε σε ημερίδα του ελληνικού μειονοτικού κόμματος ΜΕΓΚΑ στους Αγίους Σαράντα σε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των σχέσεων της κυβέρνησής του με την εθνική ελληνική μειονότητα, αλλά και για να περάσει μηνύματα προς Ελλάδα, ύστερα βέβαια από τις γνωστές ανθελληνικές εθνικιστικές του τοποθετήσεις.

Στην παρέμβαση που μου ζητήθηκε, θεώρησα απαραίτητο να θέσω, ενόψει του Πρωθυπουργού, το πραγματικό ιστορικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του Ελληνισμού στην Αλβανία, ως απαραβίαστη συνέχεια του διακρατικού χαρακτηριστικού της ενιαίας Ηπείρου που είναι ο οικουμενικός Ελληνισμός, ο οποίος στη δική του ύλη συνυπονοεί την πολυπολιτισμικότητα, τη συνεργασία, την ανοχή και την ειρηνική συνύπαρξη. 

Να ξεχωρίσω ότι η αλβανική εθνική ιδέα καρποφόρησε στην πραγματικότητα με τη συμβολή του Ηπειρωτικού Ελληνισμού και να εξηγήσω ότι οι σημερινοί αλβανικοί ισχυρισμοί όπως και του ίδιου του πρωθυπουργού, είναι εντελώς αβάσιμοι, ή αποτελούν προσπάθεια παράφορης ιδιοποίησης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Επισήμανα συγκεκριμένα ότι όσον αφορά την επίκαιρη ιδέα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βρισκόμαστε σε έδαφος, όπου η ιστορία μας, γενικώς η ιστορία της Ηπείρου, διαμηνύει την πιο θετική και πιο σταθερή εμπειρία, τέτοια που δεν κατάφεραν να σαλέψουν οι εμπόλεμες πραγματικότητες που αποτελούσαν την ίδια τη λογική της εποχής.

Μιλάει γι' αυτό εύγλωττα το παράδειγμα του Αλή Πασά Τεπελενλή, του πιο αιμοβόρου πασά κατά των Ελλήνων. 
Έγινε γνωστός σε Δύση και Ανατολή, όχι για τα όπλα και την πονηριά του, αλλά προβάλλοντας τον ελληνικό διαφωτισμό των Ιωαννίνων. 

Ήταν αυτός ο λόγος που ο άσπλαχνος πασάς δεν εμπόδισε την ελληνική παιδεία και διαφωτισμό. Έτσι η ασπλαχνία του κατά των Ελλήνων πολεμιστών συμβίωνε με την ελληνική παιδεία και πολιτισμό.

Η πραγματικότητα αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι ο διαφωτισμός των ελληνικών γραμμάτων σε τούτα τα μέρη, συνέβαλε πρώτα στην καλλιέργεια και δημιουργία της νεοελληνικής ιδεολογίας, ως ιδέα και πραγματικότητα. 

Το έργο «Το χρονικό της Δρόπολης», περιοχή ζωτικής σημασίας του βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, γραμμένο από ανώνυμους Δροπολίτες κάπου στις αρχές του 18ου αιώνα, αποτέλεσε τον αγγελιοφόρο της νεοελληνικής ιδεολογίας. (Η αλβανική βιβλιογραφία ισχυρίζεται ότι οι Έλληνες της Δρόπολης μετοίκησαν εδώ ως τσιφτσίδες στα τσιφλίκια του Αλή Πασά)

Όταν η νεοελληνική ιδεολογία απόδωσε τους καρπούς της με την ελληνική επανάσταση, τότε μια πλειάδα ανθρώπων των γραμμάτων, αλβανικής και ελληνικής καταγωγής, επικαλέστηκαν τα ίδια πρότυπα, αρχές και θέσεις για να ιδρύσουν την αλβανική εθνική ιδεολογία. 

Σημαντικό είναι ότι η ελληνική γλώσσα και όχι μόνο, έγινε το μέσο έκφρασης αυτών, ιδιαίτερα από το 1860 όταν ιδρύθηκε η πρώτη εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα για το αλβανικό θέμα. 

Ο εθνικός ποιητής των Αλβανών, Ναΐμ Φράσερι το 1866 έγραψε στην ελληνική γλώσσα το ποίημά του «Ο αληθής πόθος των Σκιπετάρων», το οποίο αποτελεί και σήμερα το έμβλημα της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας. 

Οι διάσημοι λόγιοι του Αλβανισμού έβλεπαν στον ελληνισμό τον κύριο εκφραστή και υποστηριχτή της ταυτότητάς τους. 

Ήξεραν να διακρίνουν κάλλιστα και να επωφεληθούν από τον οικουμενικό ελληνισμό ως υπερχρονική διαφωτιστική αξία, που λειτουργεί πέρα από εθνικισμούς, σοβινισμούς, εχθρότητες, ρατσισμούς, εγωισμούς κλπ.

Σήμερα στην Αλβανία, επικρατεί η άρνηση της αξίας αυτής, ενώ παραλλήλως, επιδιώκεται η οικειοποίηση, ως αλβανικών, των οικουμενικών αξιών του ελληνικού πολιτισμού, που αποτελεί τα θεμέλια του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού. 

Τελευταία, επικεφαλής αυτών των προσπαθειών ετέθη ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Ράμα, επιβεβαιώνοντας ότι η αντινομία αυτή στέκει όντως στο θεμέλιο όλων των παρεξηγήσεων, προκαταλήψεων και αντιπαραθέσεων που εμποδίζουν την καλλιέργεια ενός πρότυπου όσον αφορά την κατανόηση, την πρόοδο, τον πολυπολιτισμό και τη συνεργασία μεταξύ γειτόνων.

Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία παραμένει ο φορέας των αξιών αυτών, ανεξαρτήτως της αλβανικής κρατικής στάσης απέναντί της. 
Στην πορεία της προς το μέλλον έχει βγάλει συνεχώς από τη μνήμη της τις αιματηρές εμπειρίες που εμπνέουν εχθρότητες, συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. 

Λησμόνησε λ.χ. ότι στις αλβανικές φυλακές του 1945-55 η ελληνική γλώσσα ανταγωνίζονταν επάξια την αλβανική.

Όμως η ιστορία σημειώνει ότι ο Βασιλιάς Ζώγου δεν θα μπορούσε να εγκαθίδρυε το κράτος του χωρίς τη συμβολή των Ελλήνων εντός της επικράτειάς του. Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ελληνική μειονότητα τάχτηκε στο πλευρό του αλβανικού λαού, σφραγίζοντας με αίμα και θυσίες όλα τα δικαιώματά της. 

Στο μεταπολεμικό αλβανικό κράτος, πρόσφερε την πιο αξιόλογη συνεισφορά της, αλλά και πλήρωσε ακριβό τίμημα, λόγω ακριβώς της ικανότητάς της, της συνεισφοράς της και ασφαλώς λόγω της ταυτότητάς της.

Παρόμοιο χαρακτήρα, εκδηλώνει η ελληνική μειονότητα και σ΄αυτό το τέταρτο αιώνα της αλβανικής μεταπολίτευσης. 

Εκείνη δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στην ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στους Ευρω-ατλαντικούς θεσμούς, ενώ είχε αρκετούς λόγους να πράξει το αντίθετο. 
Σήμερα αποτελεί την πιο νομοταγή κοινότητα στην Αλβανία και με τη φιλοσοφία αυτή διαθέτει τις ισχυρότερες οικονομικές επιχειρήσεις στη χώρα.

Πρόκειται ακριβώς για τη δέσμη αξιών που εξασφαλίζει αξιοπρεπώς στην εθνική ελληνική μειονότητα στην Αλβανία τη θέση όχι απλώς μιας προστιθέμενης αξίας στην αλβανική πραγματικότητα, αλλά μια απαραίτητη και ουσιώδη αξία για την πραγματικότητα αυτή, ένα αγαθό δημοκρατίας και την πρωτοπόρα ευρωπαϊκή πραγματικότητα της Αλβανίας.

Για τους λόγους αυτούς η εθνική ελληνική μειονότητα δεν μπορεί να καταλαμβάνεται όμηρος κάθε φορά που τα εφήμερα πολιτικά συμφέροντα υπαγορεύουν τριβές με την Ελλάδα. 

Στην μειονότητα αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί η νοοτροπία του ολοκληρωτικού καθεστώτος, ώστε για κάποιο ποταπό προνόμιο να πρέπει να αρνηθεί και να λησμονήσει την εθνική της ταυτότητα.

Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται ώστε αυτής της μειονότητας να της υφαρπάζονται αδίκως οι περιουσίες της από κρατικές δομές και τη διεφθαρμένη δικαιοσύνη, ή να υφαρπάζονται οι περιουσίες της προς ικανοποίηση του βρώμικου χρήματος και της λαιμαργίας των πολιτικών. 

Τόσο το χειρότερο όταν τέτοιες ενέργειες αποσκοπούν στην αφομοίωσή της. Δεν μπορεί να επιτραπούν παράγοντες εκτός αυτής της μειονότητας να μιλούν εξ ονόματος της για την εθνική ταυτότητα των μελών της κλπ.



Ο Παναγιώτης Μπάρκας γεννήθηκε το 1958 στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας. Είναι απόφοιτος της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Τιράνων. Για πολλά χρόνια εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αλβανικά ΜΜΕ και ως ανταποκριτής πολλών ελληνικών ΜΜΕ. Υπήρξε βασικός συνεργάτης του ραδιοφωνικού σταθμού ΣΚΑΪ, του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων και της ΕΡΑ.

Σήμερα είναι καθηγητής στο Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου.


Με την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος στην Αλβανία ήταν μέλος της εξαμελούς ιδρυτικής ομάδας της πολιτικής οργάνωσης των Ελλήνων της Αλβανίας Ομόνοια και ένας από τους πέντε βουλευτές της εθνικής ελληνικής μειονότητας που εξελέγησαν από την Ομόνοια στην πρώτη αλβανική πλουραλιστική Βουλή. 


Είναι συνιδρυτής δύο εφημερίδων στην ελληνική γλώσσα που εκδίδονται για την εθνική ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, συγγραφέας του βιβλίου Προδομένη εξέγερση (στην αλβανική γλώσσα), καθώς και του πανεπιστημιακού εγχειριδίου Τα λαογραφικά.

Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και αρκετά δοκίμια με θέμα τις εξελίξεις στην εθνική ελληνική μειονότητα και τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, πολλά από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στον αλβανικό Τύπο. 


Θεωρείται ένας από τους εγκυρότερους πολιτικούς αναλυτές στην Αλβανία τόσο σε ό,τι αφορά τις ελληνολβανικές σχέσεις όσο και για εξελίξεις στην Αλβανία. 





ΠΗΓΗ. 1. cnn.gr 
             2. biblionet.gr