Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Η αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών έκφραση του οξυμένου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού

ΤΕΤΑΡΤΗ 1-3-2017


 


Γράφημα με βάση τα στοιχεία του SIPRI, που δείχνει τα μερίδια στις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων







 Την άμεση σύνδεση της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που οδηγούν σε επεμβάσεις και πολέμους με την αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών καταγράφει - αν και όχι συνειδητά - η έρευνα που δημοσιοποιήθηκε στις αρχές της βδομάδας, από το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI), που κατέγραψε το παγκόσμιο εμπόριο όπλων και οπλικών συστημάτων (πύραυλοι, αεροσκάφη, υποβρύχια και αντιαεροπορικά συστήματα) την τελευταία πενταετία και τις ανακατατάξεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. 

Αρχικά παρατηρείται αύξηση της τάξης του 8,4% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία και σε ονομαστικές τιμές το εμπόριο όπλων ξεπέρασε το επίπεδο του 1990, δηλαδή και της περιόδου που το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με μπροστάρη τις ΗΠΑ, εντείνοντας την πίεσή του στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο (ΕΣΣΔ και άλλες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης), οδηγούσε την κούρσα των εξοπλισμών.

Πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, δεύτερη η Ρωσία και ανερχόμενη η Κίνα
 
Ας δούμε, όμως, τα στοιχεία που καταγράφονται στην έρευνα της SIPRI: 

Πρώτη χώρα σε εξαγωγή όπλων και οπλικών συστημάτων εξακολουθούν να είναι οι ΗΠΑ, που έχουν το 1/3 της παγκόσμιας αγοράς, ενώ την τελευταία πενταετία είχαν αύξηση εξαγωγών κατά 21%. 

Προορισμός των όπλων είναι, όπως υπολογίζεται, γύρω στις 100 χώρες σε όλο τον κόσμο, με τα μισά περίπου να κατευθύνονται στη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίζουν μαζί με άλλες δυνάμεις τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. 

Ειδικά την περίοδο 2012 - 2016, στη Μέση Ανατολή υπήρξε αύξηση στις εισαγωγές κατά 86% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία, κάτι βεβαίως που συμπίπτει με την επέμβαση στη Συρία για την ανατροπή της κυβέρνησης, με την εμφάνιση του «Ισλαμικού Κράτους», που για αρκετά χρόνια πέρναγε καραβιές τα όπλα και εξασφάλιζε επίσης το λαθρεμπόριο πετρελαίου, με την κλιμάκωση του πολέμου στο γειτονικό Ιράκ. 

Οι τρεις μεγαλύτεροι αγοραστές στην περιοχή ήταν η Σαουδική Αραβία (που έχει εξελιχθεί στο δεύτερο μεγαλύτερο εισαγωγέα όπλων), τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία.

Η Ρωσία είναι η δεύτερη χώρα στον κόσμο, έχοντας μερίδιο 23%, ενώ τα όπλα της προορίζονται βασικά προς Ινδία, Βιετνάμ, Κίνα και Αλγερία. 

Ειδικά η Ινδία, που έχει τα πρωτεία στις εισαγωγές όπλων, είχε αύξηση κατά 43%. Και φυσικά, η διένεξη με το Πακιστάν στο Κασμίρ είναι βασικός λόγος για τον εξοπλισμό της Ινδίας. 

Η ανερχόμενη αυτή καπιταλιστική οικονομία, με το 70% του πληθυσμού σε έσχατη φτώχεια, εισάγει το 13% του παγκόσμιου συνόλου σε οπλικά συστήματα που αγοράζει από τη Ρωσία, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, το Ισραήλ και τη Ν. Κορέα.

Εντυπωσιακή η αύξηση των εισαγωγών όπλων από το Βιετνάμ, μέσα σε μια πενταετία, από την 29η θέση στις χώρες εισαγωγής, εμφανίζεται πλέον στη 10η θέση και με αύξηση στον τομέα αυτό κατά 202%.

Στην τρίτη θέση των χωρών εξαγωγών έχει ανέλθει πλέον η Κίνα, που εκτός του ότι υποκαθιστά σταδιακά τις εισαγωγές της για τις εσωτερικές ανάγκες, εξάγει προς τρίτες χώρες. 

Πλέον το μερίδιο που κατέχουν τα κινεζικά μονοπώλια του κλάδου στις εξαγωγές φτάνει το 6,2% του συνόλου στην παγκόσμια αγορά, από 3,8% που ήταν την προηγούμενη πενταετία (έχει υπερκεράσει τη Γαλλία και τη Γερμανία, που έχουν μερίδια στην αγορά 6% και 5,6% αντίστοιχα). 

Αυτή η εικόνα σχετίζεται άμεσα με τον αναβαθμισμένο ρόλο που διαδραματίζει στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού η Κίνα, η οποία χαρακτηριστικά κατέχει ήδη το πρώτο της αεροπλανοφόρο και ετοιμάζει δεύτερο. 

Επίσης, ένταση παρατηρείται στη Νότια και την Ανατολική Κινεζική Θάλασσα, με αμφισβητήσιμες περιοχές, όπου πιο δυναμικά μπαίνουν και οι ΗΠΑ και σύμμαχοί τους, ενώ εδώ και δεκαετίες κινεζικές επιχειρήσεις έχουν ανοιχτεί στην Αφρική αλλά και άλλες περιοχές.

Σε ό,τι αφορά τις χώρες εισαγωγείς στην Αφρική, η Αλγερία κατέχει την πρώτη θέση, φτάνοντας σε σχεδόν το μισό του συνόλου (46%), ενώ στην Υποσαχάρια Αφρική ξεχωρίζουν οι περιοχές όπου συνεχίζονται πολεμικές συγκρούσεις, η Νιγηρία, το Σουδάν, η Αιθιοπία.

Στη Λατινική Αμερική την πρωτιά στις εισαγωγές είχε το 2007 - '11 η Κολομβία, με την εκεί εξελισσόμενη υπερσαραντάχρονη ένοπλη σύγκρουση. Ωστόσο, το 2012 - '16 υπήρξε μείωση, κάτι που σχετίζεται και με τη διαδικασία διαπραγματεύσεων με το αντάρτικο κίνημα.

Οι «χρυσές» πολεμικές μπίζνες των Ουκρανών καπιταλιστών
 
Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα στοιχεία που καταγράφονται στην έκθεση του Ινστιτούτου της Στοκχόλμης για ένα άλλο επίσης ενεργό πεδίο ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης, αυτό της Ουκρανίας. 

Εν μέσω πολέμου, το 2016, τα μονοπώλια της Ουκρανίας (που βεβαίως προήλθαν από την καταλήστευση του πλούτου της ΕΣΣΔ) εξήγαγαν στη Ρωσία στρατιωτικά είδη (μηχανές μαχητικών αεροσκαφών, οπλικά συστήματα, πυρομαχικά) αξίας 169 εκατομμυρίων δολαρίων. 

Μάλιστα, επί κυβέρνησης του μεγαλοκαπιταλιστή Προέδρου της Ουκρανίας, Π. Ποροσένκο, υπήρξε αύξηση αυτών των πωλήσεων κατά 72% σε σχέση με την περίοδο του προηγούμενου Πρόεδρου Β. Γιανουκόβιτς, ο οποίος ανατράπηκε το 2014 στη διάρκεια της ενδοαστικής σύγκρουσης και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης ΗΠΑ - ΝΑΤΟ και ΕΕ στον ανταγωνισμό τους με τη Ρωσία. 

«Πρωταθλητής» στις μπίζνες με τη Ρωσία είναι ο μονοπωλιακός όμιλος «Motor Sich», του Βιατσεσλάβ Μπογκουσλάγιεφ, που ήταν την περίοδο της Σοβιετικής Ενωσης διευθυντής της κρατικής τότε εταιρείας «Μotorbudivnik». 

Μετά τις ανατροπές ήταν στο Κόμμα των Περιοχών του ανατραπέντα Προέδρου της Ουκρανίας Β. Γιανουκόβιτς, που στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, αλλά οι δουλειές του ευνοήθηκαν ιδιαίτερα με την κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Η Ελλάδα της κρίσης πρωτοστατεί στις στρατιωτικές δαπάνες
 
Οσον αφορά την Ελλάδα, εμείς, ελέω όλων των αστικών κυβερνήσεων και της σημερινής, και σε περίοδο εξαθλίωσης του λαού με τα αντιλαϊκά μέτρα που χτυπάνε εισόδημα και δικαιώματα, είμαστε στις ...πρωτοπόρες χώρες - μέλη του ΝΑΤΟ που πιάνουμε το στόχο του 2% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες. 

Βασικοί προμηθευτές μας σε οπλικά συστήματα είναι κατά 71% η Γερμανία, κατά 14% οι ΗΠΑ και κατά 10% η Γαλλία.

Οι λόγοι των περιφερειακών συγκρούσεων
 
Αν κάτι αποδεικνύουν αυτά τα στοιχεία, είναι ότι οι εξοπλισμοί πάνε χέρι - χέρι με την προσπάθεια των αστικών τάξεων να αναβαθμίσουν το ρόλο τους σε σχέση με ανταγωνιστές, και εν μέσω αδιεξόδων στην καπιταλιστική οικονομία οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες. 

Επίσης, αποδεικνύεται πόσο ψεύτικη ήταν η προπαγάνδα περί «λεωφόρων της δημοκρατίας και της ειρήνης» που πλάσαραν αστοί και οπορτουνιστές την περίοδο της αντεπανάστασης και της ανατροπής των σοσιαλιστικών καθεστώτων. 

Συνέβη ακριβώς το αντίθετο και μια σειρά περιφερειακοί πόλεμοι και διενέξεις στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική κ.λπ. συνέβαλαν στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, γεμίζοντας τα ταμεία των μονοπωλίων οπλικών συστημάτων. Το ίδιο συνεχίζεται και σήμερα.

Οπως εύστοχα σημειώνεται και στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο του Κόμματος, οι λόγοι που συγκρούονται καπιταλιστικά κράτη και ισχυρά μονοπωλιακά συγκροτήματα είναι:

«-- Ο έλεγχος ενεργειακών κοιτασμάτων και δρόμων μεταφοράς ενεργειακών πόρων (π.χ. πετρέλαιο, φυσικό αέριο, αγωγοί κ.ο.κ.).

-- Ο έλεγχος χερσαίων και θαλάσσιων διαδρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων (π.χ. δρόμος του μεταξιού, θαλάσσια περάσματα Μεσογείου, Βόσπορος, Κέρας της Αφρικής κ.ο.κ.).

-- Ο έλεγχος του υπόγειου πλούτου στην αρκτική ζώνη, του ορυκτού πλούτου, των σπάνιων γαιών, αλλά και των αποθεμάτων νερού.

-- Η αξιοποίηση του διαστήματος για στρατιωτικούς σκοπούς.

-- Η διαπάλη για τα μερίδια των αγορών, κατά την οποία τα πολεμικά μέσα χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την κατάκτηση νέων μεριδίων αγορών, αλλά και για τη μείωση των μεριδίων των ανταγωνιστών».

Και προστίθεται ένα επίσης σημαντικό στοιχείο, η δράση των λεγόμενων «ισλαμικών τρομοκρατικών» ομάδων, που «αποτελεί συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλιστικού πολέμου στον 21ο αιώνα. 

Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το σε ποιο βαθμό η δραστηριότητα τέτοιων οργανώσεων διαμορφώνεται κάτω από τη στήριξη ή ανοχή ιμπεριαλιστικών κέντρων ή εκδηλώνεται ως στοιχείο αυτονόμησης αυτών των δυνάμεων από τα όποια ισχυρά κέντρα τούς ενίσχυσαν στο παρελθόν. 

Η δράση αυτών των οργανώσεων αξιοποιείται αντικειμενικά είτε ως στοιχείο του "ανορθόδοξου πολέμου" ενός κράτους ή κάποιων τμημάτων του κατά των συμφερόντων κάποιου άλλου καπιταλιστικού κράτους, είτε ως πρόσχημα ιμπεριαλιστικής επέμβασης».




ΠΗΓΗ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ