Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Κλειδί στο Αιγαίο ο Βράχος της Μονεμβασιάς

ΤΡΙΤΗ 28-3-2017



ΚΕΙΜΕΝΟ.   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΥΚΑΣ ( ΕΔΣΤΕ)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.  ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΑΝΑΒΑΡΟΥ



Η Ιστορία της Μονεμβασιάς

            Η πρώτη κατοίκηση της Μονεμβασιάς έγινε στα χρόνια του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602). Ενάμιση αιώνα αργότερα, συγκαταλεγό-ταν στις πιο σπουδαίες πόλεις της Πελοποννήσου, έδρα Επισκόπου. Από το 1147, όταν οι Νορμανδοί προσπάθησαν να την καταλάβουν, ως το 1248, οπότε παραδόθηκε με Συνθήκη στους Φράγκους του Γουλιέλμου Βιλαρδουΐ-νου, γνώρισε αρκετές πολιορκίες, στις οποίες ανταπεξήλθε νικηφόρα.

            Περιήλθε πάλι στην κατοχή των Βυζαντινών (1262), αλλά είχε τοπικούς άρχοντες να τη διοικούν.
            Οι κάτοικοί της επιδίδονταν στο εμπόριο και είχαν αποκτήσει πολλά προνόμια, αλλά και στην πειρατεία, καθώς στα ανοιχτά κυκλοφορούσαν πολλά βενετσιάνικα εμπορικά πλοία.

            Μετά την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μυστρά από τους Τούρκους (1460), η Μονεμβασιά αναγνώρισε ως κυρίαρχο τον Θωμά Παλαιολόγο, και δεν παραδόθηκε. Όταν αυτός κατέφυγε στην Ιταλία, η καστροπολιτεία πέρα-σε στην επικυριαρχία του Πάπα και αμέσως μετά των Βενετσάνων. Την κράτησαν ως το 1540, οπότε την πήραν οι Τούρκοι.

            Στα 1821, ήταν ένα από τα πρώτα κάστρα που πολιόρκησαν οι επανα-στάτες και τελικά έπεσε στα χέρια των Ελλήνων, στις 23 Ιουλίου του 1821.



Μονεμβασιά ή Μονεμβασία

            Γιβλαρτάρ της Ελλάδας αποκλήθηκε η Μονεμβασιά. Όποιος δει το βράχο, αντιλαμβάνεται αμέσως γιατί αυτό το κάστρο, που αποτελούσε κλειδί του Αιγαίου, κατόρθωσε να αντισταθεί επί τρία χρόνια στον Γουλιέλμο Βελαρδουΐνο, γύρω στα 1250.

            Το όνομά της, «Μονεμβασιά», το πήρε από την «μόνη εμβασία», που έχει προς την ξηρά, το περιμέτρου 2 μιλίων νησάκι της. Οι Βυζαντινοί το απέ-κοψαν από την ξηρά με την οποία επικοινωνεί και το συνέδεσαν με μία γέφυρα με 14 τόξα και μήκος 130 μέτρων. Τα λείψανα των τειχών της μεσαιωνικής πόλης που κατηφορίζουν έως τη θάλασσα, διατηρούν όλο τους το μεγαλείο.

            Περίπου 40 Βυζαντινές Εκκλησίες βρίσκονται μέσα στην καστροπολι-τεία, με τα λιθόστρωτα δρομάκια. 

Ανάμεσά τους: η Αγία Σοφία, που θεωρεί-ται μικρογραφία της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως, η Παναγιά η Χρυσαφίτισσα, η οποία θεωρείται θαυματουργή και η Αγία Άννα, την οποία αναστήλωσαν οι Βενετοί. 

Σπουδαιότερη από όλες τις εκκλησίες, είναι εκείνη του Ελκόμενου Χριστού, που κτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, σε σχήμα βασιλικής με τρούλο. Η εκκλησία αυτή αναστηλώθηκε από τους Βενετούς το 1693 και στο εσωτερικό της σώζονται δύο αυτοκρατορικοί θρόνοι και τέσσερις βυζαντινές εικόνες, μεταξύ των οποίων και η εικόνα του Ελκόμενου επί του Σταυρού Χριστού.

            Από το Κάστρο παρατηρεί κάποιος μια μοναδική θέα προς την κάτω πόλη και τα τείχη, τα οποία κατηφορίζουν προς τη θάλασσα. Κοντά στο κάστρο βρίσκεται η προτομή και το σπίτι του ποιητή της Ρωμιοσύνης, Γιάννη Ρίτσου.

            Η Μονεμβασιά στις μέρες μας έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο δια-κοπών, με άριστες υποδομές.

            Στις μέρες μας, η Άνω Πόλη του κάστρου είναι μια ερειπωμένη πολι-τεία, όπου σώζονται τρεις στέρνες και ο οκταγωνικός Ναός της Αγίας Σοφίας. Η Κάτω Πόλη αποτελείται από δαιδαλώδη δρομάκια, θολωτές καμάρες, εκκλησίες και σπίτια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, ανάμεσα στα τείχη και στον απότομο βράχο, προσδίδοντας στην Καστροπολιτεία μια μοναδική γοητεία.



Ο Ποιητής Γιάννης Ρίτσος

            Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στην Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909 (νέο ημερολόγιο, 14 Μαΐου). Φοίτησε στο Γυμνάσιο του Γυθείου το 1925 και μόλις σε ηλικία 16 ετών, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

            Η τριετία 1926-1929 ήταν μία από τις δυσκολότερες της ζωής του. Τον κτύπησε η φυματίωση και έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο της «Σωτηρίας» για νοσηλεία.

            Το 1931 πήρε μέρος σε θεατρικές παραστάσεις, όπως και το 1932. Τον πρώτο χρόνο ήταν ηθοποιός και χορευτής τον δεύτερο. Το 1938 εμφανίστηκε πάλι, ως ηθοποιός, στην τραγωδία «Πέρσες», με το Εθνικό Θέατρο.

            Τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης, το 1936, τον συγκλόνισαν και έγραψε τον «Επιτάφιο», που μετά τον πόλεμο, τον μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και γνώρισε διωγμό από το μετακατοχικό καθεστώς. Το 1948 εξορίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Το 1949 στην Μακρόνησο και το 1950 στον Αη-Στράτη. Το 1967 εξορίστηκε στη Γυάρο, στο Παρθένι της Λέρου και στο Καρλόβασι της Σάμου.

            Το έτος 1968 προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας, ενώ τον Μάιο του 1977 του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν.

            Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε το 1990, ενώ άφησε πίσω του ένα τεράστιο λογοτεχνικό έργο.

            Ο Κωστής Παλαμάς το 1937, χαρακτήρισε την ποίηση του 28χρονου τότε λογοτέχνη, «ιχώρ», όπου Ιχώρ είναι ο αιθέριος χυμός, που κατά την Ελληνική θρησκεία, έρεε στις φλέβες των θεών.

                                                                                                   Δημήτρης Η. Λούκας
                                                                              Καθηγητής Κοινωνιολόγος-Πολιτειολόγος
                                                                                                 Πρόεδρος της ΕΔΣΤΕ


                                                                                                   Αθήνα, 20.6.2015












ΠΗΓΗ. klgallery.gr