Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821



















ΑΡΘΡΟ : Επιστημονικού Συνεργάτη του Blog


Σήμερα διανύουμε μία περίοδο αλλόκοτη όπου τα πάντα αμφισβητούνται: θεσμοί, ιδέες, αξίες, εκκλησία, οικογένεια, πίστη, πατρίδα, ιστορία. Όλα ανάγονται στην αξία του χρήματος και όλα έχουν μία τιμή, μια οικονομική αντιστοιχία. Αν και η ιστορία είναι η οικονομία, που παράγει πολιτική κατέληξε να είναι η πολιτική που παράγει οικονομία. 

Σ’ αυτό το πλαίσιο μερικοί «ψευτό-διανοούμενοι» στο όνομα της προοδευτικής σκέψης έχουν ταχθεί να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες διαστρεβλώνοντας την ελληνική ιστορία και κατά-κόρων εκείνη της ελληνικής επανάστασης του 1821. 

Προσπαθούν να υποστηρίξουν ότι ο αγώνας ήταν ταξικός και έγινε για άλλους λόγους κυρίως οικονομικούς. Μας προτρέπουν να διαβάσουμε τη νέα ιστορία τη δική τους, παραβλέποντας επιστημονικά τεκμήρια από γνήσιες πηγές και χειρόγραφα, ντοκουμέντα της εποχής όλων αυτών, που έζησαν και έδρασαν την περίοδο της επανάστασης. 

Ο αγώνας ήταν εθνικός και όχι ταξικός και γι’ αυτό γνώρισε την καθολική συμμετοχή όλων των ελλήνων, όλων των τάξεων, έμποροι, πρόκριτοι, κλήρος, κλέφτες, κάποι, κ.α.. Παραθέτω μερικά μόνο αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα και τις προκηρύξεις των μεγάλων πρωταγωνιστών της επανάστασης και όχι μόνον, προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πραγματικό κίνητρο του ελληνικού ξεσηκωμού.


Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματα του αναφέρει: 
«Η επανάσταση η ειδική μας δεν ομοιάζει με καμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεων των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ειδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος,  ήταν ένα έθνος με άλλο έθνος, ήταν με έναν λαόν όπου ποτέ δεν ηθέλησεν  να αναγνωριστεί ως τοιούτος, ούτε να ορκισθεί παρά μόνον, ό, τι έκαμνεν η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να αναγνωρίσει τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ’ ως σκλάβους...».

Επίσης στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: «Πήγα, στοχάστηκα και τ’ άβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κινδύνους και αγώνες- θα τα πάθω δια την ελευθερία της πατρίδος μου και της θρησκείας μου».

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στην Προκήρυξη του εις Ιάσιον της Ρουμανίας γράφει: 
«Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον (τούτον) ζυγόν, να ελευθερώσουμε την πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον δια να υψώσωμεν το σημείο δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την πατρίδα και την ορθόδοξον ημών πίστην από των ασεβή  των ασεβών καταφρόνησην... Ποίοι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθούν απέναντι λαού πολεμούντος υπέρ της ίδιας της ανεξαρτησίας;».

Η Μεσσηνιακή Γερουσία στην Προκήρυξή της, την 23η Μαρτίου του 1821 προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές που φυλάσσεται στα αρχεία του Λονδίνου αναφέρει τα εξής: «Εν ενί λόγω όλοι απεφασίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν διο και προσκαλούμεν την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαϊκών γενεών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχυτέρως εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας, και να ανανεώσωμεν το ταλαιπωρημένον ελληνικόν γένος μας...».


Στην Επαναστατική Προκήρυξη Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών διαβάζουμε: «...κατά των ασεβεστάτων και τυραννικωτάτων Οθωμανών... Υπέρ ελευθερίας του γένους ο αγών. Υπέρ ελευθερίας και πίστεως μάχεσθε».

Επίσης στην Προκήρυξη της Α΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1822 διατυπώνεται: «ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους του σύμπαντος ελληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησης των δικαιωμάτων της προσωπικής ημών ελευθερίας».

Αλλά και η απάντηση που στέλνουν οι Μεσσήνιοι στον Κεχαγιάμπεη Ιμπραήμ Πασά εκφράζει το ιδεολογικό περιεχόμενο του αγώνα: «Οι έλληνες, όταν αποφάσισαν να τινάξουνε τον ζυγόν της Τουρκικής τυραννίας... Ημείς πάλιν λέγομεν ότι είμεθα αποφασισμένοι ν‘ αποθάνομεν ελεύθεροι έλληνες».
Ο ιστορικός Ι. Φιλήμων, γραμματέας του Δημητρίου Υψηλάντη στο βιβλίο του «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής Επανάστασης» τόμος Ά και ’Β, μας διαφωτίζει περί της ελληνικής Επανάστασης με τα κάτωθι: 
«το ‘21 ήταν έργο όλων των τάξεων... Η επανάσταση του ‘21 ήταν εθνική και πως πρέπει να αποκρουστεί απ‘ την εθνική συνείδηση κάθε διαστροφή αυτής της αλήθειας».

Ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης» αναφέρει: 
«Η επανάστασις αυτή μήτε τον απολιτισμόν ή τον δεσποτισμών επεχείρησε να χαλινώση, μήτε το κυβερνητικόν είδος του τόπου ν‘αλλάξη, μήτε τους μητροπολιτικούς δεσμούς να διαρρήξη. Επεχείρησεν επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον: να εξώση δια των όπλων εκ της Ελλάδος ξένον και αλλόθρησκον φυλήν, η οποία δια των όπλων ηχμαλώτισεν αυτήν προαιώνων και μέχρι τέλους την εθεώρει αιχμάλωτον και υπό την μάχαιρά της»

Ακόμα και οι ξένοι στέκονται εκστατικοί στο μεγαλείο της ελληνικής επανάστασης, όπως ο εθναπόστολος της Ιταλίας Μπατσίνι, που πρόβαλλε επί δεκαετίες στην Ιταλική νεότητα τον Ελληνικό αγώνα «Κοιτάξτε το μεγαλείον της αναστηθείσως Ελλάδος, Δεν ημπορείτε να είστε και εσείς μεγάλοι, όπως εκείνοι; Οι Έλληνες ήσαν ένα εκατομμύριον, εναντίον εχθρού που ήσαν δέκα φορές ισχυρότερος. Αλλ΄ ωπλίσθησαν όλοι, ωρκίσθησαν όλοι να ταφούν υπό τα ερείπια των πόλεών των παρά να υποκείψουν εις την Ημισέλινον».   
    
Αξίζει να σταθούμε  και σε ορισμένες αναφορές Τούρκων αξιωματούχων για το πώς είδαν εκείνοι την ελληνική επανάσταση. Ο τούρκος  Πασάς και ιστορικός Δζεβδέτ στο σύγγραμά του «Ιστορία της Τουρκίας από της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) μέχρι της καταστροφής των Γενιτσάρων (1826)» μας αναφέρει: «Η προς επανάστασιν ροπή των Ελλήνων, είναι υπόθεσις παλαιά. Όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο ‘Β ο Πορθητής εκηριεύσε την Κωνσταντινούπολιν ήταν φυσικόν, ότι εις τις καρδιές των ηττηθέντων και υποταγέντων Ελλήνων, έμεινεν ο προς επανάκτησιν της ανεξαρτησίας και κρατικής εξουσίας πόθος».

Ο Μπέης της Άρτας στα μέσα του 1821 προβλέπει την επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης και την δικαιολογεί ως εξής: 
«Αδικήσαμεν τον ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε και μαύρισαν τα μάτια του... Και η αρχή είναι ετούτη όπου θα χαθή το βασίλειόν μας». 


Αναφορικά με την Πελοπόννησο, ως κοιτίδα του Ελληνισμού και της Επανάστασης, είναι γεγονός ότι ξεκίνησε σε έναν τόπο που είχε δεκαπλάσιο πληθυσμό από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς κανένα στρατιωτικό σώμα πλην εκείνο των μανιατών. 
Τα κλέφτικα σώματα είχαν αποδεκατιστεί το 1806 με αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές της Επανάστασης, να μην είχε ακουστεί άλλο τουφέκι στον Μοριά. Αντιλαμβάνεται κανείς την αντικειμενική δυσκολία να συνταχθούν στρατιωτικά σώματα και να ανατεθούν τα σχετικά καθήκοντα, σε άμαχους και απόλεμους πληθυσμούς. 

Ο Φωτάκος μας λέγει: «Οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν χωρίς άρματα και άλλοι είχαν μαχαίρας, άλλοι σουγγλιά, και αι σημαίαι των περισσότερων ήσαν τσεμπέρες των γυναικών των, ερωτούσαν οι απλοί έλληνες τότε ο ένας τον άλλον δια τί εμάζώχθημεν εδώ και τι θα κάμομεν; Οι δε καπεταναίοι τους έλεγαν, ότι εμαζώχθημεν να σκοτώσουμε τους Τούρκους δια να ελευθερωθόμεν». 
Πράγματι η προθυμία τους ήταν συγκλονιστική ∙ παρόλο, που δεν υπήρχαν όπλα, ούτε πυρομαχικά, ούτε πείρα προερχόμενη από συγκρούσεις και μάχες. Υπήρχε όμως η διάθεση για να αποτινάξουν τον ζυγό. Οι άνθρωποι, που έπρεπε να οπλιστούν και να μάθουν την χρήση των όπλων ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία βοσκοί και γεωργοί, απλοί άνθρωποι που ζούσαν μέσα σε απερίγραπτες συνθήκες ένδειας, τρόμου και εκμεταλλεύσεως. 
Στην αρχή ήταν αδιανόητο σε πολλούς να δουν σκοτωμένο ή ακέφαλο σώμα, πυροβολούσαν στρέφοντας αλλού το πρόσωπό τους, χάλαγαν όλα τα φυσέκια πριν καν αρχίσει η μάχη και όταν άκουγαν τον ερχομό των Τούρκων το έσκαγαν τρέχοντας φοβούμενοι να μπουν στα ταμπούρια, μην τυχόν και παγιδευτούν. Για ασφάλεια συνήθιζαν να πιάνουν θέσεις στα βουνά, σε σημεία που γίνονταν εφικτή η διαφυγή τους. Όλος αυτός, ο συρφετός των αμάχων έμαθε σε λίγους μόνο μήνες την χρήση των όπλων και κατάφερε να γράψει ιστορία στο Βαλτέτσι, τα Δολιανά και την Γράνα.                
Ωστόσο, ο  μεγάλος στόχος του αγώνα ήταν η Τριπολιτσά. Αν έπεφτε η Τρίπολη, η έδρα της εξουσίας, η νίκη ήταν εδραιωμένη. 
Δύσκολο το εγχείρημα για τα αυτοσχέδια σώματα των καπεταναίων, που δεν διέθεταν, ούτε  εμπειροπόλεμο στρατό, ούτε οπλικό υλικό, ούτε πείρα από παρόμοιες καταδρομές. Όλο το εγχείρημα βασίστηκε στην στενή πολιορκία με μοναδικό τους σύμμαχο την πείνα και την δίψα των πολιορκημένων. Δεν ήταν στρατός, που εκτελούσε μια τακτική πολιορκία, αλλά ένα άγριο ανθρωπομάνη που είχε κυκλώσει το κάστρο με εκδικητικές διαθέσεις για όλα όσα είχε υποστεί τετρακόσια χρόνια απόλυτης σκλαβιάς και ένδειας.

 Έλληνες σκλάβοι, που από γενιά σε γενιά ανδρώνονταν μέσα σε συνθήκες ταπείνωσης και αθλιότητας, που είναι άξιο να απορεί κανείς, πως κατόρθωσαν να επιβιώσουν τόσα χρόνια. Ξαφνικά οι σκλάβοι, ένιωσαν την φλόγα της ελευθερίας και οπλίζονταν με ότι έβρισκαν ο καθένας. Κοτρόνια, μαχαίρια δεμένα σε κοντάρια, ρόπαλα, σούβλες, τσεκούρια και ετοιμάζονταν για την μεγάλη εκδίκηση. Την ώρα και την μέρα, που θα αντιστοιχούσε σε ώρες και μέρες τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς. 

Το επαναστατικό στράτευμα, που πολιορκούσε την Τριπολιτσά ήταν χωρισμένο σε τέσσερα σώματα με διοικητές τον Κολοκοτρώνη, τον Γιατράκο, τον Αναγνωσταρά και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη.
 Αντιλαμβάνεται κανείς, ότι κατά την άλωση της Τριπολιτσάς δεν έχουμε έναν οργανωμένο στρατό, που καταλαμβάνει μια πόλη, αλλά μια σπαρακτική ορδή ανθρώπων, που έχουν  βιώσει με τον πιο αισχρό τρόπο τον θάνατο προσφιλών τους προσώπων επί τέσσερις συνεχείς αιώνες (φίλων, γονιών, αδελφών, παιδιών, λοιπών συγγενών, κλπ). 

Τα θύματα αίφνης βρέθηκαν σε θέση ισχύος. Κανείς νοήμον νους δεν μπορεί να διανοηθεί ότι το πλήθος αυτών των ανθρώπων θα καταλάμβανε την πόλη, για να προσφέρει στους Τούρκους «κομμάτι μπακλαβά».

 Το κόψιμο ήταν ανελέητο - δεν έκανε διάκριση σε ηλικίες, φύλο, εθνότητα ( εκτός από τους Τούρκους, στην άλωση της πόλης σφαγιάστηκαν και  περί τοις δύο χιλιάδες Εβραίοι), όπως και οι ίδιοι τόσα χρόνια δεν έχαιραν καμίας άλλης διακρίσεως, παρά εκείνης του Ραγιά. 
Ο αυτόπτης μάρτυρας Φωτάκος μας λέει : «Ακόμα και τώρα έρχεται εις τον  νουν μου, το λιάνισμα και το τρίξιμον των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρεκάλεσα να παύσουν την σφαγήν, αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα. Μάλιστα, εφοβήθηκα μη μου δώσουν και μένα καμίαν πληγήν, τόση ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους». 

 Ήρθαν έως και γυναίκες και λαφυραγωγούσαν και σκότωναν και αυτές. Όποιος σήκωνε ελληνική σημαία σε ένα σπίτι αυτομάτως του άνηκε. Το μακελειό στην Άλωση της Τριπολιτσάς έκανε το γύρω όλων των πολιτισμένων κρατών της Ευρώπης, φέρνοντας τα φιλελληνικά κομιτάτα σε πραγματικά δύσκολη θέση. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού, ανάμεσα στους δύο λαούς.

 Πόλεμος μέχρις εσχάτων γράφηκε σε δύο μόνο λέξεις: Ελευθερία ή Θάνατος
Είχαν φτάσει σε μια κατάσταση απόλυτης απελπισίας με ζωή χωρίς κανένα νόημα και με μοναδικό αίσθημα την ανάκτηση της φυλετικής τους ύπαρξης, με οποιοδήποτε τρόπο.
 Φυσικά δεν χρειάζεται να δικαιολογήσουμε την πρωτοφανή σφαγή, που έγινε στους δρόμους και τα σπίτια της Τριπολιτσάς με το  μένος αιώνων κατά του τυράννου.
 Η άλωση της πόλης ενδυνάμωσε τα αισθήματα όλου του ελληνικού πληθυσμού και των οπλαρχηγών, πλην όμως το τρόπαιο ανήκει στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
 Αυτός συνέλαβε το σχέδιο, που όριζε ως κύριο στόχο την Τρίπολη. Αυτός οργάνωσε τα πρώτα στρατεύματα. Αυτός κατόρθωσε να έρθει σε συμφωνία με τους Αλβανούς προκειμένου να αφήσουν αφύλακτη την πόλη.

 Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί ότι όσους αιχμαλώτους πήρε από την Τριπολιτσά περίπου «χίλιες ψυχές», όταν έμαθε ότι οι Τούρκοι έσφαξαν τα γυναικόπαιδα των Ελλήνων στη Χίο και στις Κυδωνίες έδωσε εντολή να κατασφαγούν και αυτοί άπαντες.
 Στην Τρίπολη, δεν νικήθηκαν μόνο οι Τούρκοι, αλλά  και οι άνθρωποι του παλαιού καθεστώτος.
 Όποιος είχε τη δύναμη, θα επιβίωνε και τώρα η δύναμη μετριόταν με ντουφέκια και στρατιώτες. Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσαν το σημείο αναφοράς της ελληνικής επανάστασης. 

Ο ιστορικός Ι. Φιλήμων : «ουδείς αρνείται το κακόν, και ημείς απέχομεν πάσης υπερασπίσεως επί της ουσίας. Αλλ’ υπήρξε ποτέ επανάστασης κατά εξουσίας τυραννικής, και ταύτης αλλοεθνούς, αλλοθρήσκου και αλλογλώσσου, μη συνοδευθήσα μεθ’ όλων των ...συνεπειών εκείνων, οιας προκαλούσι...τα παθήματα του παρελθόντος και η ανάγκη του παρόντος;»


Ο εκδότης Άμπραχαμ Τζον Βάλπρι λέει για την άλωση της Τριπολιτσάς, που τόσο κατηγορήθηκε ότι: 

«Το πιο βάρβαρο απ’ όλα ... Είναι η προσπάθεια μερικών να εξομοιώσουν το ελληνικό χαρακτηριστικό της «συστηματικής σκληρότητας», όπως το λένε με εκείνο των ίδιων των Τούρκων, και για το λόγο αυτό, αναφέρονται συνεχώς στην ιστορία των βαρβαροτήτων, που πραγματοποιήθηκαν στην Τριπολιτσά… εάν μιλάμε για συστηματικές σκληρότητες, δεν θα πρέπει να δώσουμε προσοχή τόσο στις φρικτές πράξεις του πολέμου, αν και είναι τρομερές, όσο σε εκείνες, που για τέσσερις συνεχείς αιώνες εφαρμόστηκαν μονομερώς ενάντια στα αθώα θύματά τους»

Ο Irving Manatt γράφει: 

« η ελληνική προσπάθεια δεν μπορεί ποτέ να γίνει κατανοητή χωρίς παραστατική εξέταση τετρακοσίων ετών τουρκικής κυριαρχίας. Ήταν το φυσιολογικό αποτέλεσμα της εμπειρία τετρακοσίων ετών υπό τους μουσουλμάνους, της υποταγής των ελλήνων στο ελληνικό έδαφος σε μια χούφτα αλλοδαπών κατακτητών, εκ διαμέτρου αντίθετων στη φυλή, τη θρησκεία και τον πολιτισμό».
 
Τέλος κλείνω με ένα απόσπασμα από τον Κανέλλο Δεληγιάννη, που δείχνει την ιδεολογική και συναισθηματική αξία, που είχε γι’ αυτούς η ανάσταση του γένους. 
« Η επάναστασίς μας αυτή εκινήθη παρθένος, αγνή και άνευ σκοπού  και ιδιοτελείας παρά μόνον τον σκοπόν να αποκτήσωμεν τον εθνισμόν μας, ο οποίος ήτον ενταφιασμένος από την  εποχήν, καθ’ ήν ο τελευταίος στρατηγός της Ελλάδος, ο μέγας εκείνος ανήρ, ο φύλαξ των ελευθεριών αυτής, ο Πελοποννήσιος Φιλοποίμην εξέλειψε, και αφ’ ης εποχής κατέστρεψε ο Ρωμαίος ύπατος Μούμιος την Κόρινθον και αποκατέστησε όλην την Ελλάδα ρωμαϊκήν επαρχίαν

 Έκτοτε έσβησε το όνομα Έλλην και εξηλείφθη από τους καταλόγους όλων των εθνών του κόσμου, ώστε και αφού εβασίλευσεν εις την ΚΠόλιν ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι διάδοχοι αυτού μέχρι του τελευταίου Κωνστ. Παλαιολόγου μας ωνόμαζον όλα τα έθνη του κόσμου Γραικούς και Ρωμαίους, καθ’ ότι και οι αυτοκράτορες χριστιανοί ωνομάζοντο αυτοκράτορες Ρωμαίων και ουδέποτε Ελλήνων. Ως και αυτοί οι κατακτηταί και τύραννοί μας Τούρκοι μας ωνόμαζαν Ρωμαίους.


 Και μια φούκτα ανδρών Πελοποννησίων ανέστησαν αυτό το όνομα Έλλην, το προ 25 αιώνων αποθανόν και απολησμονηθέν από όλα τα έθνη του κόσμο, και ήδη τη θεία βούλησει ονομάζεται παρά πάντων των κρατούντων την τύχη ολόκληρου του κόσμου Βασίλεον της Ελλάδος! Έλληνες!».





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Νικολάου Χαρ., Η ελληνική επανάστασις 1821-1829, [Ήταν εθνική ή Ταξική; ] 63 Μαρτυρίες
2) Παπαγιώργη Κωστή, Κανέλλος Δεληγιάννης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 6η έκδοση, Αθήνα 2001
3) Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1859-1861
4)Abraham John Valpy, The Pamphleteer, Greek Britain Politics and government Periodicals, 1822
5) J. Irving Manatt, σχόλιο στο The War of Greek Independence του W. Alison Phillips, The American Historical Review, 1898
6) Edward Mead Earle, “American Interest in the Greek Cause, 1821-1827”, The American Historical Review, 1927