Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

ΙΩΑΝΝΙΝΑ - Χαμένοι στις εικόνες που δημιουργεί ο συνδιασμός του βουνού , της λίμνης και του κάστρου

ΠΕΜΠΤΗ 2-2-2017




Κείμενο. Κώστας Χριστοφιλόπουλος
Φωτο.      Βασίλης  Λάππας



Βραδιάζει  στο  οροπέδιο  των  Ιωαννίνων  και  μεις  μετά  από  ένα  κοπιαστικό  ταξίδι  έξη  ωρών , ετοιμαζόμαστε  να  γευθούμε  το  σήμερα  μιας  πόλης , που  την  γνωρίζουμε  κυρίως  από  τους  θρύλους  και  τους  μύθους  που την  τυλίγουν.


Το  Μιτσικέλι  έχει  αρχίσει  να  παίρνει  ένα  μουντό  σκούρο  χρώμα ,  ο  ήλιος  έχει  πριν  λίγη  ώρα  βυθιστεί  στη  δύση  του  και  οι  δρόμοι  των  Ιωαννίνων  αρχίζουν  να  φωτίζονται  και  να  φαίνονται  διαφορετικοί , καθώς   το  κατευθυνόμενο  φως  τονίζει  τα  πανέμορφα  κτίρια  της  παλιάς  πόλης , όσα  έχουν  απομείνει  από  την  επιθετική  τσιμεντοποίηση  των  τελευταίων  δεκαετιών.


Αφήνουμε  για  την  άλλη  μέρα  την  περιπλάνησή  μας  στα  ίχνη  του  παρελθόντος  και  ακολουθούμε  το  βουερό  μελίσσι  του   φοιτητόκοσμου  που  έχει  πλημμυρίσει  τις  πλατείες  και  τα  παραλίμνια  καφέ, δίνοντας  μια  ξεχωριστή  ζωντάνια  στη  πόλη.


Βαδίζουμε  αργά  στη  προκυμαία  απολαμβάνοντες  τις  χρυσές  αντανακλάσεις  των  νερών  της  λίμνης  Παμβώτιδας , καθώς  την  φωτίζουν  τα  πολύχρωμα  λαμπιόνια  των  μαγαζιών , που  απλώνονται  δίπλα  στο  τείχος  του  κάστρου.
 
Η  πρώτη  μας εντύπωση  απ’  τα  Γιάννενα  είναι  ότι  βρισκόμαστε  σε  μια  ζωντανή, κοινωνική  και  ακμάζουσα  πόλη.


Πράγματι  ο  παραλιακός  δρόμος  της  ανατολικής  πλευράς  του  κάστρου  σφίζει  από  ζωή, καθώς  πλήθος  περιπατητών , όλων  των  ηλικιών , κάνει  την  βραδυνή  βόλτα  του.

Ρουφώντας  τη  μαγεία  του  σούρουπου , που  μας  κυκλώνει  καθώς  κυλάει  από  το  Μιτσικέλι  πάνω  στα  νερά , αναρωτιόμαστε  πως  θα  ήταν  τα  Γιάννενα  χωρίς  τη  λίμνη. Σίγουρα  θάχαν  λιγότερη  ιστορία  και  προ  πάντων   λιγότερη  ποίηση.



Παμβώτις, η  λίμνη  των  Ιωαννίνων  και  της  Κυρά  Φροσύνης  που  έχει  εμπνεύσει  πολλούς  δημιουργούς  με  τις  ανυπέρβλητες  ομορφιές  της, τους  θρύλους  της  και  τις  παραδόσεις  που, από  τα  βάθη  του  χρόνου, τη  συντροφεύουν.


Μια  λίμνη, γνώριμη  οικεία  και  φιλική  που  πολλοί  ακόμα  και  ντόπιοι, αγνοούν  το  όνομά  της, συντροφεύει μες  στους  αιώνες  την  πόλη , με  τους  ψαράδες  της ,  τους  κυνηγούς  της  και  το  πανέμορφο  Νησί  της.


Χαμένοι  στις  εικόνες  που  δημιουργεί  ο  συνδιασμός  του  βουνού , της  λίμνης  και  του  κάστρου, με  ξάφνιασμα  ευχάριστο  αντιλαμβανόμαστε  ανάμεσα  στα  <<δασιά  τα  πλατάνια  του  Μώλου>> , την  ύπαρξη  δώδεκα  μεγάλων  σύγχρονων  μαρμάρινων  γλυπτών  να  κοσμούν  την  παραλία.


Τα  έργα  τα  σμίλεψαν  επί  τόπου  πριν  λίγα  χρόνια  δώδεκα  καλλιτέχνες, στην  πλειοψηφία  τους  ηπειρώτες.


 Η  λίμνη  των  Ιωαννίνων  και  το  κάστρο, έχουν  χαρακτηριστεί, όχι  άδικα , ως  μια  από  τις  ωραιότερες  γωνιές  της  Ελλάδας,  ωστόσο  το  φυσικό  αυτό  κάλος  απειλείται,  όπως  μας  πληροφόρησαν  αρκετοί  Γιαννιώτες , από  τους  ρύπους  και  τα  απόβλητα  που  συσωρεύονται  στο  βυθό  της  Παμβώτιδας.


 <<Γαλαζοπράσινη  και  βαθειά, δίπλα  στη  μικρή  πόλη, απλώνεται  η  λιμνη. Μέσα  στα  νερά  της  καθρεφτίζει  τα  ψηλά  τα  τείχια.....πίσω  απ’ την  ανατολική  πλευρά  του  κάστρου, στην  άκρη  άκρη  της  λίμνης, πάνω  στην  όχθη  της, βρισκόταν  ο  μαχαλάς   των  ταμπάκικων...>>. 

Ετσι  περιγράφει  τον  χώρο  που  βρισκόμαστε  ο  Δημήτρης  Χατζής  στο  διήγημά  του  Ο  Σιούλας  ο  Ταμπάκος.
 
Ρωτώντας  μάθαμε  πως  σήμερα  πια  τα  παλιά  ταμπάκικα,τα  εργαστήρια  κατεργασίας  δέρματος, δεν  υπάρχουν.


Αλλα  γκρεμίστηκαν  και  άλλα  έγιναν  καφέ  και  εστιατόρια , σε  σημείο  μάλιστα  η  περιοχή  να  μοιάζει  με  τις  γειτονιές  του  Ψυρρή  στην  Αθήνα .
              

Την  άλλη  μέρα , με  το  χάραμα ,  συναντηθήκαμε  στην  πλατεία  Πύρρου, στην  οποία  βρίσκεται  το  άγαλμα  του  Βενιζέλου  και  τα  κτίρια  της  Νομαρχίας  και  του  Δικαστικού  Μεγάρου.


Η  υγρή  πρωϊνή  αύρα  που  έρχεται  απ’την  Παμβώτιδα , μας  περονιάζει .

Κατηφορίζουμε  την  οδό  Αβέρωφ  και  φθάνουμε  στην  κεντρική  πλατεία  της  25ης  Μαρτίου , με  προορισμό  το  πάρκο  Λιθαρίτσα  απ’το  οποίο  η  θέα  προς  τη  λίμνη  είναι  πολύ  καλή, ιδανικό  σημείο  για  φωτογράφηση.


Το  φρουριακό  συγκρότημα  της  Λιθαρίτσας , κτίστηκε  από  τον  Αλή  Πασά  στα  1807-1808  στη  θέση  παλαιότερου  μεσαιωνικού  οχυρού.


Ο  Αλής  είχε  κατασκευάσει  τρία  ανάκτορα  στη  Λιθαρίτσα, ένα  για  τον  εαυτό  του  και  τα  άλλα  δύο  για  τους  γιούς  του , Μουχτάρ  και  Βελή.


Τα  σεράγια  είχαν  εντυπωσιάσει  τους  ξένους  περιηγητές  που  πέρασαν  από  την  περιοχή, Γουλιέλμο  Μαρτίνο Ληκ  και  Ερρίκο  Χόλλαντ, που  τα  περιέγραψαν  με  θαυμασμό  στα  οδοιπορικά  τους. 

Σήμερα  διασώζονται  τα  υπόγεια  και  τα  τείχη  του  φρουρίου , που  αναστηλώθηκαν  από  τον  ιδρυτή  της  Εταιρείας  Ηπειρωτικών  Μελετών, Κώστα  Φρότζο.



Στα  δεξιά  μας  μέσα  σ’ένα  καταπράσινο  πάρκο  που  είναι  η  πλατεία  25ης  Μαρτίου, στη  θέση  που  υπήρχε  κάποτε  το  ανάκτορο  του  Βελή, βρίσκεται  σήμερα  το  Αρχαιολογικό  Μουσείο  Ιωαννίνων, έργο  του  αρχιτέκτονα  Αρη  Κωνσταντινίδη, σχεδιασμένο  το  1965, το  οποίο  είναι  ένα  χαρακτηριστικό  δείγμα  της  μοντέρνας  αρχιτεκτονικής  στη  χώρα  μας.


Στο  μουσείο  εκτίθενται  συλλογές  ευρημάτων  από  πολλές  περιοχές  της  Ηπείρου, την  Καστρίτσα, την  Δωδώνη, το  Νεκρομαντείο  του  Αχέροντα, τον  Κοκκινοπηλό  και  το  Ασπροχάλικο , όμως  εμείς  δεν  μπορέσαμε  να  το  επισκεφθούμε  καθώς  γίνονται  αυτή την  περίοδο  εργασίες  αναδιαμόρφωσης  και  επέκτασης  του  κτιρίου.


Τα  Ιωάννινα  εμφανίζονται  για  πρώτη  φορά  σε  έγραφο  του  Πατριαρχείου  τον  9ο  αιώνα  ως  επισκοπή, ωστόσο  έχουν  διατυπωθεί  απόψεις  ότι  η  πόλη  δημιουργήθηκε  από  τον  αυτοκράτορα  Ιουστινιανό.


Τον  13ο  αιώνα  ήταν  σημαντική  πόλη  του  Δεσποτάτου  της  Ηπείρου  και  γνώρισε  μεγάλη  οικονομική  ανάπτυξη  που  συνεχίστηκε  και  τους  επόμενους  αιώνες.

Το  1430  παραδόθηκαν  κατόπιν  συμφωνίας  στους  Τούρκους  και  στα  τέλη  του  18ου  και  αρχές  του  20ου  αιώνα , έγιναν  το  κέντρο  της  ηγεμονίας  του  Αλή  πασά , περίοδος  κατά  την  οποία  παρουσιάζουν  την  μεγαλύτερη  οικονομική  και  πνευματική  τους  άνθιση.




Το  Κάστρο, τα  μοναστήρια  του  Νησιού  της  λίμνης  με  τις  θαυμάσιες  τοιχογραφίες , τα  τζαμιά, η  Εβραϊκή  Συναγωγή,και  τα  παλιά  αρχοντικά  είναι  μάρτυρες  αυτής  της  ακμής.

Καθώς  βαδίζουμε  στην  οδό  Αβέρωφ, παρατηρούμε  δεξιά  και  αριστερά  μας  τα  μαγαζιά  με  τα  είδη  λαϊκής τέχνης , κυρίως  αργυροχρυσοχοϊας  και  χαλκουργίας , τεχνών  με  παράδοση  αιώνων  στην  Ηπειρο.


Στο  τέλος  της ,  φθάνουμε  στο  Κορμανιό, την  είσοδο  του  κάστρου των  Ιωαννίνων,που η  σημερινή  του  μορφή , είναι  στο  μεγαλύτερο  μέρος  του, έργο  της  εποχής  της  τουρκοκρατίας, με  ενσωματωμένες  παλαιότερες  βυζαντινές  οικοδομικές  φάσεις.


Μπαίνοντας  μέσα  στο  Κάστρο  βλέπουμε  πως  υπάρχουν  δύο  ακροπόλεις. 

Στην  βορειοανατολική  που  παλαιότερα  ήταν  κτισμένα  τα  ανάκτορα  των  βυζαντινών  ηγεμόνων της  πόλης, σήμερα  δεσπόζει  το  τζαμί  του  Ασλάν  πασά, κτίσμα  του  1618, που  σήμερα  λειτουργεί  ως  Δημοτικό  Μουσείο.


Η  δεύτερη  ακρόπολη νοτιοανατολικά , είναι  γνωστή  ως  Ιτς  Καλέ , δηλαδή  εσωτερικό  φρούριο. Στο  κέντρο  της  και  στη  θέση  που  βρίσκονταν  τον  19ο  αιώνα  τα  σεράγια  του  Αλή  πασά  σήμερα  υπάρχει  το  Βυζαντινό  Μουσείο  και  κοντά  σ’αυτό  το  Φετιχέ  τζαμί  και  ο  τάφος  του  Αλή  πασά.


Μέσα  στο  Κάστρο  ανάμεσα  στα  σπίτια  του  οικισμού σώζονται , η  τούρκικη  βιβλιοθήκη, η  παλιά  Εβραϊκή  Συναγωγή  της  άλλοτε  πολυπληθούς  εβραϊκής  κοινότητας, ερείπια  βυζαντινών  λουτρών, το  σπίτι  του  πασά  Καλού  και  το  Σουφαρί  Σαράϊ.
 

Αφήνουμε  το  κάστρο   και  κατευθυνόμαστε  δυτικά , ανηφορίζοντας  προς  τον  κατάφυτο  από  πεύκα  λόφο  της  Εταιρείας  Ηπειρωτικών  Μελετών. 


 H  εικόνα  της  πόλης  της  λίμνης  και  του  ορεινού  όγκου  του  Μιτσικελιού  από  εδώ  είναι  τόσο  εντυπωσιακή  που  νοιώθουμε  απόλυτα  τον  Αγγελο  Σικελιανό  όταν  έγραφε  <<Τα  Γιάννενα!Τα  Γιάννενα! Τα  πόθησε  η  ψυχή  μας>>

Πάνω  στο  λόφο  υπάρχει  τουριστικό  περίπτερο  και  υπαίθριο  θέατρο  που  τα  καλοκαίρια  φιλοξενούν  πολλές  εκδηλώσεις.


Γυρνάμε  πάλι  στo  κέντρο με  τις  τρεις  συνεχόμενες  πλατείες, 25ης  Μαρτίου, Δημοκρατίας  και  Πύρρου , μπαίνουμε  δεξιά  στο  εμπορικό  κέντρο, με  τα  μικρά  χαμηλά  μαγαζιά  και  τους  στενούς  δρόμους  και  απολαμβάνουμε  εικόνες  από  τα  παλιά  Γιάννενα .


Καθώς  περιπλανιόμαστε  στη  πόλη  ανακαλύπτουμε  διάσπαρτα , πολλά   παραδοσιακά  κτίσματα  αρχοντικά  Ηπειρώτικης   αρχιτεκτονικής, αλλά 
και  πολλά  νεοκλασικού  ρυθμού .
 
Τα  παλιά  σπίτια   των  Ιωαννίνων  είναι  συνήθως  διώροφα  και  έχουν  τον  πρώτο  όροφο  ξύλινο, ενώ  ο  δεύτερος  προεξέχει  και  στηρίζεται  σε  <<σαχνισί>>,(ξύλινα  φουρούσια).

Ή  ξύλινη  στέγη  καλύπτεται  με  κεραμίδια  η  λίθινες  πλάκες  και  επίσης  προεξέχει  πάνω  από  τον  δεύτερο  όροφο.



 Oι  συνοικίες  που  σώζονται  τα  περισσότερα  παραδοσιακά  Γιαννιώτικα  σπίτια  είναι  το  Κάστρο, η  Καραβατιά ,  το  Αρχιμανδρείο, τα  Λακώματα  και  το  Αϊδόνι.
 
Η  πόλη  των  Ιωαννίνων  μετά  τη  δολοφονία  του  Αλή  στα  1822  από  τα  σουλτανικά  στρατεύματα, πέρασε   μια  περίοδο  παρακμής  και  μαρασμού.

Γρήγορα  όμως  ήρθε  η  ανασυγκρότηση. 

Πρωτεύοντα  ρόλο  στην  καινούργια  πορεία  έπαιξαν  οι  μεγάλοι  Ηπειρώτες  ευεργέρτες , αφού  με  τα  χρήματά  τους  κτίστηκαν  εκπαιδευτήρια  όπως  η  Ζωσιμαία  σχολή και  κοινωφελή  ιδρύματα, όπως  το  Νοσοκομείο  Χατζηκώστα, η  Παπαζόγλειος  υφαντική  σχολή  κ.α. 

Οι  δωρεές  των  αποδήμων  Ηπειρωτών(Αρσάκης, Τοσίτσας, Ζάππες, Ζωγράφοι,

Μπάγκας, Γεννάδιοι, Μελάς, Καπλάνης, Ριζάρηδες, Ζωσιμάδες)  κράτησαν  όρθια  όχι  μόνο  τα  Γιάννενα, αλλά  και  την  ελεύθερη  Ελλάδα  τους  δύσκολους  χρόνους  του  19ου  και  των  αρχών  του  20ου  αιώνα.


Οι  παλαιοί  Γιαννιώτες   ήταν  σπουδαίοι  έμποροι , γουναράδες, βυρσοδέψες, αργυροχόοι, χρυσοκεντητές  και  κηροποιοί.


Από  τον  18ο  αιώνα  άρχισαν  να  ταξιδεύουν  παντού  και  να  έρχονται  σε  επαφή  με  τα  μεγάλα  κέντρα  της  Ευρώπης.



Παράλληλα  άρχισε  να  αναπτύσσεται  και  η  τάξη  του  πνεύματος  και  των  τεχνών,  που  έκαναν  τα  Γιάννενα,<<...πρώτα  στα  γρόσια  και  στα  γράμματα>>,  όπως  λέει  το  λαϊκό  δίστιχο.


Η  ευμάρεια  αυτή  είχε  σαν  αποτέλεσμα  να  χτιστούν  στην  πόλη  πραγματικά  αρχοντικά   που  όμοιά  τους  δεν  υπήρχαν  σε  όλη  την  Ελλάδα  όπως  διαπίστωσαν  και  οι  ξένοι  περιηγητές  που  είχαν  περάσει  αυτήν  την  περίοδο  από  την  περιοχή.



Η  πυρκαγιά  όμως  που  προξένησε  ο  πολιορκημένος  Αλή  πασάς  για  να  ελέγχει  τις  κινήσεις  των  στρατευμάτων  του  Σουλτάνου, αποτέφρωσε  κυριολεκτικά  την  πόλη. Κανένα  αρχοντικό  δεν  διασώθηκε  καθώς  ήταν  κατασκευασμένα  κυρίως  από   ξύλο  και  δεν  άντεξαν  στη  μανία  της  φωτιάς.


Από  το  1830  οι  Γιαννιώτες,  με  μεθοδικότητα  άρχισαν  να  ανοικοδομούν  και  πάλι  την  πόλη  τους . Στη  θέση  των  παλιών  μεγάρων,  χτίζονται, με  το  ίδιο  συνήθως  σχέδιο,  τα  ονομαστά  αρχοντικά  των  Ιωαννίνων  του  19ου  αιώνα.


Η  αρχιτεκτονική  που  χαρακτηρίζει  την  περίοδο  αυτή  είναι  το  πάντρεμα  της  βυζαντινής  παράδοσης , με  πολλά  ανατολίτικα  στοιχεία.


Ομως  τα  Γιάννενα  είχαν  την  τύχη  προς  το  τέλος  του  19ου  αιώνα  να  εγκατασταθεί  σ’αυτά  ο  νεαρός  αρχιτέκτονας,  Περικλής  Μελίρρυτος, ο  οποίος  με  τη  φλόγα  της  νιότης  του  και  το  πάθος  της  δημιουργίας,  έβαλε  ανεξήτιλη  τη  σφραγίδα  του  στην  αρχιτεκτονική  ιστορία  της  πόλης.


Ενθερμος  υποστηρικτής  του  νεοκλασικισμού, σχεδίασε  πολλά  δημόσια , εκκλησιαστικά και  ιδιωτικά  κτίρια, αρκετά  από  τα  οποία  διασώθηκαν.


Μετά  από  αρκετή  περιπλάνηση  στα  στενά  της  παλιάς  αγοράς  και  αφού  εντοπίσαμε  τα  παραδοσιακά  κτίσματα,  αλλά  και  τα  απομεινάρια  των  παλαιών  κραταιών  συντεχνειών, γυρνάμε  στην  κεντρική  πλατεία  της  πόλης.



Μροστά  μας  υψώνεται  ο  πύργος  του  ρολογιού,  ένα  μίγμα  νεοκλασικού, μεσογειακού  και  ανατολίτικου  ρυθμού,  που  φιλοξενεί  στην  κορυφή  του  το  πασίγνωστο  ρολόϊ  των  Ιωαννίνων,  στολισμένο  με  τέσσερις  ωραιότατες  κρήνες  στις  πλευρές  του.



 Ο  πύργος  έγινε  το  1905  με  ανάθεση  του  Οσμάν  πασά  στον  Περικλή  Μελίρρυτο,  ο  οποίος χρησιμοποίησε  χτίστες  της  Κόνιτσας, της  Βούρμπιανης  και  της  Καστάνιανης.


Σε  ελάχιστο  χρόνο  το  μνημείο  στήθηκε, όχι  στο  σημείο  που  είναι  σήμερα,  αλλά  στο  κέντρο  της  κάτω  πλατείας. Η  μεταφορά  του  και  το  στήσιμο  στη  τωρινή  του  θέση  έγινε  λίγο  αργότερα  από  τον  ίδιο  τον  Μελίρρυτο  και  από  τότε   έχει  γίνει  το  σύμβολο  της  πόλης.


Στην  ίδια  πλατεία , της  25ης  Μαρτίου  δεν  παραλείπουμε  να  επισκεφθούμε  την  εκκλησία  του  Αγίου  Αθανασίου, την  Μητρόπολη  των  Ιωαννίνων  με  το  ξυλόγλυπτο  τέμπλο.

Στο  διπλανό  παρεκκλήσι  βρίσκεται  ο  τάφος  του  Νεομάρτυρα  Αγίου  Γεωργίου  των  Ιωαννίνων που  μαρτύρησε  το1838,  με  τοιχογραφίες  από  το  μαρτύριό  του.  Το  κτίριο  της  Ζωσιμαίας  βιβλιοθήκης  στο  κέντρο  της  πόλης   που  είναι  και  σήμερα  μια  από  τις  καλύτερες  περιφερειακές  βιβλιοθήκες  της  χώρας  είναι  και  αυτό  έργο  του  Μελλίρυτου.


Η  ανέγερση  του  κτιρίου  χρονολογείται  στις  αρχές  του  αιώνα. Ηταν  μονώροφο  και  αρχικά  σχεδιάστηκε  για  Δημοτικά  Λουτρά. Αργότερα  αναμορφώθηκε  και  προστέθηκε  ένας  όροφος  για  να  στεγάσει  τη  βιβλιοθήκη.


Ενα  από  τα  πιο  αντιπροσωπευτικά  έργα  του  επίσης, είναι  το  Ταχυδρομείο  στη  γωνία  28ης  Οκτωβρίου  και  Μάρκου  Μπότσαρη το  οποίο  αφού  γλίτωσε  την  κατεδάφηση  το  1975, αποκαταστάθηκε  στην  αρχική  του  μορφή  το  1985.


Πρόκεται  για  συμμετρικό  διώροφο  κτίριο  του  1905, με  προσεγμένη  κατασκευή, επιλεγμένα  νεοκλασικά  στοιχεία, κεντρικό  αέτωμα  και  κορινθιακά  επίκρανα  στις  γωνίες  των  ορόφων το  οποίο  είναι  ένα  κόσμημα  για  την  πόλη.


Για  να  σχεδιάσει  το  κτίριο  της  Ζωσιμαίας  Σχολής, ο  Μελίρρυτος, συνειδητά  αντέγραψε  την  πρόσοψη  του  Πανεπιστημίου  της  Αθήνας, που  είχε  σχεδιάσει  ο  Χάνσεν  από  το  1841. Το  έκανε  αυτό  συμβολικά  για  να  καταδείξει  ότι  η  Ζωσιμαία  Σχολή  ήταν  ίδρυμα  πανεπιστημιακού  επιπέδου. 

Σήμερα  το  ιστορικό  κτίριο  στεγάζει  σχολεία  της  Μέσης  Εκπαίδευσης.


 Αλλα  γνωστά  νεοκλασικά  του  Μελίρρυτου  είναι  το  Οικοτροφείο  Θηλέων  στο  λόφο  Βελισσαρίου  και  πιθανώς  το  θέατρο <<Ολύμπια>>, στην  οδό  Ανεξαρτησίας.
Αφήνουμε  την  περιπλάνησή  μας  στα  νεοκλασικά  των  Ιωαννίνων  και  κατευθυνόμαστε  στην  καρδιά  της  παλιάς  αγοράς, στην  οδό  Στουρνάρα, που  είναι  ο  μοναδικός  δρόμος  που  σώθηκε  από  την  πυρκαγιά  του  1869.


Εδώ  μπορούμε  να  φανταστούμε  πως  περίπου  ήταν  η  εικόνα  της  πόλης  επί  τουρκοκρατίας  καθώς  ήταν  και  ο  δρόμος  που  στέγαζε  τα  καταστήματα  με  τα  ακριβά  και  πολύτιμα  εμπορεύματ,  κυρίως  κοσμήματα  και  χειροτεχνήματα.


Η  κάθε  συντεχνία  στα  Γιάννενα  είχε  το  δικό  της  δρόμο  που  συγκέντρωνε  τα  μαγαζιά  της. 
Η  οδός  Ζάππα  έχει  το  προνόμιο  να  είναι  η  μοναδική  που  φιλοξενεί  και  σήμερα  καταστήματα , που  η  ιστορία  τους  χάνεται  στο  βάθος  του  χρόνου.

Ειναι  η  οδός  των <<καλατζήδων>>, των <<χαλκωματάδων>> και  των  <<ορειχαλκουργών>>.




 Οι  τεχνίτες  αυτοί  δημιούργησαν  στα  Γιάννενα  μια  ανεκτίμητη  παράδοση  με  μια  δύσκολη  τέχνη  που  συνεχίζει  και  σήμερα  να  ακμάζει  στην  Ηπειρωτική  πρωτεύουσα.
Στους  κεντρικούς  δρόμους , σε  κάθε  βήμα  συναντάμε  πολλά  εργαστήρια  αργυροχοίας, μια  ακόμη  τέχνη  με  παράδοση  στην  Ηπειρο.


Η  αργυροχοία  ακμάζει  την  περίοδο  του  Δεσποτάτου  της  Ηπείρου, τη  μεγάλη  της  όμως  άνθιση  τη  γνώρισε  το  18ο  και  τον  19ο  αιώνα, εποχή  που  τα  Γιάννενα  είχαν  αναδειχθεί  σ’ένα από  τα  μεγαλύτερα  εμπορικά  και  καλλιτεχνικά  κέντρα  των  Βαλκανίων.

Οι  Γιαννιώτες  τεχνίτες, αντλώντας  έμπνευση  από  τα  έργα  της  αρχαίας  ελληνικής  παράδοσης  και  της  βυζαντινής  τέχνης, σε  συνδιασμό  με  την  ηπειρώτικη  καλαισθησία, έκαναν  έντονη  την  παρουσία  τους στην  ιστορία  της  Ελληνικής  Αργυροχοίας.


Η  ιδιαιτερότητα  της  Γιαννιώτικης  τεχνικής, εκφράζεται  κυρίως  με  τους  τρόπους  κατασκευής, όπως  είναι  το  σφυρήλατο,το  φουσκωτό  η  σκαλιστό, το  συρματερό  η  φελιγκράν  και  το  σαβάτι. 

Σήμερα  στα  Γιάννενα  οι  αργυροχόοι  εξακολουθούν  να  δημιουργούν  τα  χειροποίητα  προϊόντα  υψηλής  ποιότητας  και  τελειότητας  εφάμιλης  του  παρελθόντος.


Στα  χρόνια  του  μεσοπολέμου  η  πόλη  είχε  πολύ  μικρή  εξέλιξη. 
Το  1928  στα  Γιάννενα  κατοικούν  21500  κάτοικοι, ενώ  ο  τουρκικός  πληθυσμός  έχει  φύγει. 
Η  βιομηχανική  ανάπτυξη, αλλά  κυρίως  η  καινούργια  διάρθρωση  του  παραγωγικού  δυναμικού, μέσα  στο  διευρημένο  εθνικό  κράτος, επαναπροσδιορίζουν  το  ρόλο  της  πόλης  στην  οικονομική  και  κοινωνική  ζωή.


Πολλοί  βιοτεχνικοί  κλάδοι  που  παλαιότερα  ανθούσαν  παρακμάζουν  και  ορισμένοι  σχεδόν  εξαφανίζονται.
Είναι  χαρακτηριστικό  ότι  το  1928 υπάρχουν  μόνο  25  βυρσοδεψία(ταμπάκικα), που  απασχολούν  μόλις  50  άτομα.


Τη  μετάβαση  αυτή  από  τον  κόσμο  της  βιοτεχνικής  πόλης, σ’έναν καινούργιο  όπου  οι  ανθρώπινες  σχέσεις  αλλά  και  οι  σχέσεις  των  ανθρώπων  με  τα  πράγματα  αλλάζουν,  την  περιγράφει  με  τον  πλέον  εύστοχο  τρόπο  ο  Δημήτρης  Χατζής , στο <<Τέλος  της  μικρής  μας  πόλης>>.


<<...Δίπλα  στο  μεγάλο  δρόμο  του  παζαριού  από  δω  κι  από  κεί, μέσα  στα  στενά  δρομάκια  που  τα  λέγανε  μπιζιστένια, δούλευαν  οι  χαλκωματάδες, οι  τσαρουχάδες. Οι  μηχανές  τους  παίρνανε  το  ψωμί  και  πολεμούσαν  ακόμα  να  τα  βγάλουν  πέρα  με  τα  δυό  τους  χέρια...>>.


<<...Ετσι  ο  πρώτος  ταμπάκος, στάθηκε  στο  παζάρι  και  πούλησε  το  κυνήγι  του- ύστερα  πήγανε  κι  άλλοι. Πίσω  του  εκείνη  τη  μέρα  οι  σάλπιγγες  των  νέων

καιρών,  γκρέμιζαν  από  θεμέλια  τα  τείχη  της  ταμπάκικης  Ιεριχούς  μέσα  σε  πανδαιμόνιο  απ’ ουρλιαχτά  μηχανών...>>   .  

 

Τα  Γιάννενα  σήμερα  έχουν  εξελιχθεί  σε  μια  μεγαλούπολη , με  πληθυσμό  πάνω  από  εκατό  χιλιάδες  κατοίκους,  μια  αύξηση  εκρηκτική , αν  συγκριθεί  με  τους  σαράντα  χιλιάδες  που  είχε  το  1971,  η  οποία  εγκυμονεί  πολλούς  κινδύνους  για  την  παραδοσιακή  εικόνα  της .
                                        

Παίρνουμε  το  δρόμο  της  επιστροφής,  αυτή  τη  φορά  από  την  βόρεια  έξοδο  της  πόλης με  κατεύθυνση  το  Μέτσοβο και  αρχίζουμε  να  ανηφορίζουμε  τις  απότομες  στροφές  του  δρόμου  που  σκαρφαλώνει  στο  Μιτσικέλι απολαμβάνοντας  από  ψηλά  τη  θέα  της  περίκλειστης  από  βουνά  πόλης  με  τη  λίμνη  της,  καθώς  καθρεφτίζεται  μέσα  σε  άπειρους  αντικατοπτρισμούς  που  δημιουργεί  η  γυαλάδα  του  ήλιου  και  μας  φέρνει  στη  σκέψη  το  ποίημα  του  Μιχάλη  Γκανά, <<Γυάλινα  Γιάννενα>>.