Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΟΥΡΟΓΚΡΟΥΠ - Αποφάσεις που υπηρετούν το στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης

ΤΡΙΤΗ 28-2-2017


 



Του Νίκου ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*





 Οσοι ακόμα διατηρούν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, μετά και τις πρόσφατες αποφάσεις του Γιούρογκρουπ δεν πρέπει να έχουν καμία αμφιβολία ότι το κλείσιμο και της δεύτερης «αξιολόγησης», όπως άλλωστε έγινε και σε όλες τις προηγούμενες «αξιολογήσεις», σηματοδοτεί την περαιτέρω κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης.

Παρά την ομολογούμενη φιλότιμη προσπάθεια της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τη δημιουργική ασάφεια των αποφάσεων, να βαφτίσει τα μέτρα μεταρρυθμίσεις και να ισχυριστεί ότι «δε θα υπάρξει πρόσθετη λιτότητα ούτε ένα ευρώ», η πραγματικότητα τη διαψεύδει με πανηγυρικό τρόπο.

Ολες οι δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο παρερμηνειών και εστιάζονται στην ανάγκη λήψης μέτρων που αφορούν το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα και τα Εργασιακά, για να κλείσει η δεύτερη «αξιολόγηση».

Τα μέτρα πρόκειται να συγκεκριμενοποιηθούν στις συζητήσεις με το κουαρτέτο, όμως όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι το ύψος τους θα ανέλθει στο 2% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 3,6 δισ. ευρώ, όπως άλλωστε απαιτεί και το ΔΝΤ.

Τα μισά από αυτά πρόκειται να προέλθουν από τη μείωση του αφορολόγητου ορίου. Σήμερα αυτό αντιστοιχεί στα 8.636 ευρώ για τον άγαμο, του οποίου η μείωση μπορεί να φτάσει και κάτω από τα 6.000 ευρώ. 
Αυτό σημαίνει ότι θα επιβαρυνθούν τα μηνιαία εισοδήματα από 550 ευρώ και πάνω. 

Τα υπόλοιπα θα εξοικονομηθούν από τη μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις κύριες συντάξεις, μειώσεις οι οποίες εκτιμούνται ότι μεσοσταθμικά θα φτάσουν στο 14%.

Στο πακέτο των συζητήσεων περιλαμβάνονται μέτρα που αφορούν τα Εργασιακά στο πλαίσιο της περαιτέρω απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, όπως τα θέματα που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις και το συνδικαλιστικό νόμο. 

Η κλιμάκωση της απελευθέρωσης της αγοράς Ενέργειας και η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων είναι μέτρα τα οποία ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των μονοπωλιακών ομίλων.

Επίθεση χωρίς ημερομηνία λήξης
 
Ο χαρακτήρας των μέτρων αυτών αποκαλύπτει και την αιτία κλιμάκωσης της αντιλαϊκής επίθεσης. 

Αυτή δεν αφορά απλά και μόνο την υπόθεση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για να καταστεί βιώσιμο το κρατικό χρέος. 

Αφορά την αναγκαιότητα να περάσει πιο γρήγορα η ελληνική οικονομία στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτό, άλλωστε, τόνισε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, λέγοντας ότι μετά τη δεύτερη «αξιολόγηση» «μπορούμε να περάσουμε σε μια φάση που η έμφαση δε θα είναι στη λιτότητα, αλλά στην ανάπτυξη». 

Ανάπτυξη, η οποία προϋποθέτει τη συνέχιση της αντιλαϊκής επίθεσης, επιβεβαιώνοντας ότι οι θυσίες των εργαζομένων και συνολικά του λαού δεν έχουν ημερομηνία λήξης και ότι στο βωμό της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας θα συνεχίσει να θυσιάζει την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. 

Μια ανάκαμψη αβέβαιη και αναιμική, η οποία δεν πρόκειται να οδηγήσει σε αποκατάσταση των απωλειών, αντίθετα θα βασίζεται σε μια φθηνή εργατική δύναμη χωρίς συγκροτημένα δικαιώματα.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να «παίζει» το χαρτί της σκληρής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ως μέσο χειραγώγησης της λαϊκής συνείδησης.  

Βεβαίως και δεν έχουμε να κάνουμε με μία εικονική διαπραγμάτευση, αλλά αυτή αποτελεί μέρος της ουσιαστικότερης διαπάλης και των αντιθέσεων ανάμεσα στο ΔΝΤ και τις ΗΠΑ από τη μια μεριά και την ΕΕ με τη Γερμανία από την άλλη, με άμεσο επίδικο τον επιμερισμό των κερδών από την ανάπτυξη και των ζημιών από τη διαχείριση του υπερμεγέθους ιδιωτικού και δημόσιου χρέους

Αυτές οι επιμέρους διαφορές τους δεν πρέπει να συγκαλύψουν την ενιαία στάση τους, δηλαδή ότι όλοι μαζί βρίσκονται απέναντι από τα δικαιώματα των εργαζομένων για να υπηρετήσουν τις ανάγκες του κεφαλαίου. 

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και δεν πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη όχι μόνο η αγωνία του ΣΕΒ για το κλείσιμο της δεύτερης «αξιολόγησης», αλλά και η σύμπλευσή του με τις προτάσεις των δανειστών για το τι πρέπει να περιλαμβάνει η δεύτερη «αξιολόγηση», όπως αυτή ανάγλυφα αποτυπώνεται στην πρόσφατη ανακοίνωσή του για τις «9 + 20 προτάσεις για επενδύσεις και ανάπτυξη». 

Αλλωστε, τα μέτρα αυτά, οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις υλοποιούνται στο σύνολο των κρατών - μελών της ΕΕ.

Αστεία κυβερνητικά επιχειρήματα
 
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μέσα από τη σκληρή διαπραγμάτευση πέτυχε να αποσπάσει «αντισταθμιστικά» οφέλη, τα οποία σε συνδυασμό με τα νέα μέτρα θα έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. 

Οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όσο και το «παράλληλο πρόγραμμα». 

Τα δημοσιονομικά μέτρα (μείωση αφορολόγητου και συντάξεων) θα ληφθούν για την υλοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος. 

Αντίθετα, τα «αντισταθμιστικά» μέτρα θα ληφθούν εφόσον ξεπεραστεί ο στόχος του 3,5% του πρωτογενούς πλεονάσματος και για τα ποσοστά που αυτός θα υπερκαλυφθεί. 

Τα μέτρα αυτά θα υλοποιούνται με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών, των οποίων η επιδίωξη είναι αυτά να έχουν σαφές προσανατολισμό στην ενίσχυση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων. 

Δηλαδή πρόκειται για μέτρα που θα κατευθυνθούν στην ικανοποίηση των αναγκών του κεφαλαίου και «εάν κάτι περισσέψει» στη διαχείριση των ακραίων φαινομένων φτώχειας.

Διακηρυγμένη επιδίωξη της κυβέρνησης είναι το κλείσιμο της δεύτερης «αξιολόγησης» να συνδυαστεί με την ένταξη στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, καθώς επίσης και με διαβεβαιώσεις για μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του κρατικού χρέους, στόχοι που αφενός προϋποθέτουν τη λήψη νέων αντιλαϊκών μέτρων και αφετέρου σχετίζονται με τη βελτίωση της χρηματοδοτικής στήριξης των επενδυτικών σχεδίων των επιχειρήσεων.

Τα αδιέξοδα της αστικής πολιτικής διαχείρισης και εξόδου από την κρίση, ο αβέβαιος και αναιμικός χαρακτήρας της ανάκαμψης, αλλά και η προσπάθεια ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας οδηγούν στην αναζήτηση σεναρίων, εναλλακτικών μειγμάτων, τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να αναιρέσουν τα αδιέξοδα και τις αντιθέσεις του συστήματος, ενός συστήματος που σαπίζει και αντιδραστικοποιείται. 

Διέξοδος προς όφελος του λαού δεν υπάρχει εντός των τειχών της καπιταλιστικής οικονομίας.

Οι φρούδες ελπίδες για καλύτερες μέρες και η καλλιέργεια της λογικής των μειωμένων απαιτήσεων οδηγούν στη μοιρολατρία και την υποταγή. 

Η αναγκαιότητα για αντιστοίχιση του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην επίθεση την οποία δέχεται, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτροπή της αντιλαϊκής επίθεσης και την ανάκτηση των απωλειών, η αποτελεσματικότητα του οποίου εξαρτάται από την αποφασιστικότητα για την προώθηση συνολικότερων ρήξεων και ανατροπών, ξεκινώντας από την αλλαγή σε επίπεδο εξουσίας και την οργάνωση της οικονομίας με αποκλειστικό κριτήριο την ικανοποίηση των σύγχρονων και διευρυμένων λαϊκών αναγκών. 

Σ' αυτή την κατεύθυνση απαιτείται άμεσα η κλιμάκωση του αγώνα, με επίκεντρο τους εργασιακούς χώρους σε κάθε κλάδο, με συντονισμό, αλληλεγγύη, μαζική μαχητική απεργιακή απάντηση στη νέα ολομέτωπη επίθεση που εξαπολύει το κεφάλαιο και η κυβέρνηση.


* Ο Ν. Καραθανασόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και βουλευτής του Κόμματος