Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Γενί Τζαμί ή παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

ΣΑΒΒΑΤΟ 25-2-2017


Yeni Cami, ο τελευταίος ισλαμικός ευκτήριος οίκος της Θεσσαλονίκης.

Χτίστηκε το 1902 στην ευρωπαϊκή συνοικία Hamidiye (Χαμηδιέ), τη συνοικία "των Πύργων", που βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλης (σημερινή οδό Αρχαιολογικού Μουσείου 30, στο Φάληρο).
Σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες το κτίριο οικοδομήθηκε με προτροπή του στρατάρχη του 3ου σώματος του Αυτοκρατορικού στρατού, Χατζή Μεχμέτ Χαϊρί Πασά, υπό την αιγίδα της Αυτού Μεγαλειότητος, Προστάτη της Χαλιφείας, Αμπντουλχαμίτ Β’.


Στις αρχές του 20ού αιώνα η Θεσσαλονίκη βρισκόταν ακόμη υπό την Οθωμανική κυριαρχία και χαρακτηριστικό της ήταν το "μωσαϊκό" εθνικοτήτων και θρησκειών των κατοίκων της.
Οι Εβραίοι, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι ήταν οι θρησκευτικές ομάδες που υπερείχαν αριθμητικά (υπήρχαν όμως και Αρμένιοι, Εξαρχικοί, Καθολικοί, Προτεστάντες).
Τα έξοδα για την ανέγερση του συγκεκριμένου τεμένους ανέλαβαν εξισλαμισμένοι Εβραίοι, οι λεγόμενοι ντονμέδες (Dönme/Donmeh)
Προορίζονταν εξάλλου να αποτελέσει τον ιερό λατρευτικό χώρο τους.



Τα σχέδια ανήκουν στον Ιταλό αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli, ο οποίος από το 1888 είχε αναλάβει μεγάλο μέρος των αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων στην πόλη (κτίρια με δικό του σχέδιο είναι ακόμη το Διοικητήριο, το κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, το Γ' Σώμα Στρατού, η βίλα Αλλατίνι, η Βίλα Morpurgo, κ.α.). 
Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923-1924), στο Γενί Τζαμί έβρισκαν καταφύγιο για μικρό διάστημα πρόσφυγες που κατέφθαναν στην πόλη.



Από το το 1924 και ως το 1963 μετά την απέλαση των Ντονμέ από τη Θεσσαλονίκη, λειτούργησε εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (έως τη μεταφορά του σε χώρο στην οδό Λ. Στρατού, απέναντι από την πλατεία ΧΑΝΘ, όπου βρίσκεται ακόμη). 




Έκτοτε λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος του Δήμου Θεσσαλονίκης. 
Οι σεισμοί του 1978 προκάλεσαν κάποιες ζημιές, με συνέπεια την ανάγκη συμπλήρωσης των αποσπασθέντων επιχρισμάτων.

Το Γιενί Τζαμί είναι κτίριο διώροφο και συνδυάζει τη μουσουλμανική παράδοση με τις αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του. Έχει ακόμη στοιχεία της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα, στοιχεία αναγέννησης και μπαρόκ και επιρροές βυζαντινές, ισλαμικές και νεοκλασικές. 
Το οικοδόμημα περιλαμβάνει κυρίως τέμενος, ορθογώνιο, διώροφο, αυτοκρατορικό διαμέρισμα και το προστώο.







Η κυρία είσοδος διανοίγεται κατά τον άξονα της Μέκκας. 
Το τέμενος που σχεδιάστηκε ήταν ένα μικρότερης και λιτότερης κλίμακας «αντίγραφο» του τεμένους της βαλιντέ Περτεβνιγιάλ, στο Ακσαράι της Κωνσταντινούπολης (ο Poselli πιθανότατα το είχε δει πριν την αποχώρησή του από την Πόλη).
Η τελική κατασκευή πάντως αποτελεί μάλλον επανάληψη του σουλτανικού τεμένους του ανάκτορου Γιλντίζ, του αρχιτέκτονα των ανακτόρων, Ν. Balyan. 
Στο προαύλιό του υπάρχουν μαρμάρινα γλυπτά της Ρωμαϊκής εποχής και των πρωτοχριστιανικών χρόνων (σαρκοφάγοι, επιτύμβια, ανάγλυφα, τιμητικές και ταφικές στήλες κ.α.) από ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη.




Ο Δήμος της Θεσσαλονίκης τον  Μάρτιο του 2013, επέτρεψε την τέλεση προσευχής για πρώτη φορά έπειτα από 90 χρόνια, στο τζαμί που έπαυσε να λειτουργεί ως τέμενος το 1923.


Αναμφίβολα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μνημεία της περιόδου της Τουρκοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, κατάλοιπο του οθωμανικού παρελθόντος και δείγμα της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής της πόλης.





Κείμενο : Λία Μαλλίδου

Φωτογραφίες : Δημήτρης Συμεωνίδης (21 Φεβρουαρίου 2014)