Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ - Πέρασε στην ιστορία των αγώνων του λαού μας και του σύγχρονου πολιτισμού μας (7 Νοέμβρη 1917 - 23 Φεβρουαρίου 2003)




«Ημουνα βέβαιος πως δίπλα μου υπήρχαν θαυμάσιοι άνθρωποι που ήθελαν ν' αγωνιστούν και δεν ήξεραν πώς. Κουβαλούσα πιστόλια. Μοίραζα προκηρύξεις... κι ακόμα όταν έπαιζα στο θέατρο, προσπαθούσα να παίζω καλύτερα γιατί είχα πιο πολλές ευθύνες. 
Γιατί ήμουνα κομμουνιστής»- γράφει στο βιβλίο του «Κουβέντα με τους φίλους μου» ο Τίτος Βανδής.


Σήμερα συμπληρώνονται 14 χρόνια απουσίας του ανθρώπου που εποίησε ήθος στη μακρόχρονη πορεία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά και στο δρόμο του αγώνα. 




Αυτές τις μέρες συντροφεύει τη μνήμη μας και μας λείπει περισσότερο. Μας λείπει το αφοπλιστικό του χιούμορ, η αισιοδοξία και η αγωνιστικότητά του, όμως η δύναμη με την οποία τα έδωσε όλα αυτά «καταργεί» τα σύνορα του χρόνου και τον νιώθουμε πάντα δίπλα μας. 

Η λεβεντιά του, το χιούμορ, το χαμόγελό του, η αισιοδοξία του, η περηφάνια, η αγωνιστικότητά του, είναι χαραγμένα δίπλα από την εικόνα και το όνομά του. 

Ο ΕΑΜίτης, ο κομμουνιστής, ο σπουδαίος ηθοποιός, που υπερέβη τα σύνορα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και έγινε διεθνής, ονομαστός στο Μπροντγουέι και στο Χόλιγουντ, πέρασε στην ιστορία των αγώνων του λαού μας και του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Στη ζωή του Τίτου Βανδή, η καλλιτεχνική δημιουργία και η πάλη για ένα καλύτερο αύριο βάδισαν χέρι χέρι. Ηταν κομμουνιστής από τα νεανικά του χρόνια και κομμουνιστής έμεινε μέχρι την τελευταία πνοή του. 

Στην ΕΑΜική Αντίσταση, στα χρόνια που το ΚΚΕ ήταν παράνομο, στη νομιμότητα. Ως απλός μαχητής και ως υποψήφιος βουλευτής του Κόμματος. 
Δραστήριο μέλος της εργατικής «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» από τα 1934, συνδέθηκε με το ΚΚΕ και έπειτα με το ΕΑΜ Θεάτρου. Μετά την υποχώρηση συμμετείχε στους ΕΑΜίτικους θιάσους, που έδιναν παραστάσεις στην επαρχία.

Εποίησε ήθος στη ζωή και την τέχνη
Γεννήθηκε στις 7 Νοέμβρη 1917 στο Νέο Φάληρο. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας της Καβάλας (ο πατέρας του ήταν καπνέμπορος), επέστρεψε σε μικρή ηλικία στον τόπο καταγωγής των γονέων του. 

Σε ηλικία πέντε ετών έπαθε ελονοσία και γι' αυτό το λόγο έφυγε με τη μητέρα και τα αδέλφια του για την Ελβετία. Πήγε σχολείο στη Λοζάνη και τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. 

Στη Θεσσαλονίκη φοίτησε στο Γαλλικό Λύκειο της πόλης, μυήθηκε στις κομμουνιστικές ιδέες από τον Κυρ-Κώστα τον τσαγκάρη και πήρε τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής στο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Ο διακαής του πόθος να γίνει ηθοποιός τον ώθησε να παρατήσει το σχολείο και να κατηφορίσει στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου σε ηλικία 16 ετών.

Στη σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1934 ως φοιτητής, με το έργο «Ιούδας» του Σπύρου Μελά στο Εθνικό Θέατρο. Το 1938 στρατεύτηκε και το 1940 βρέθηκε στο μέτωπο, κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. 

Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΚΚΕ και μυήθηκε στο ΕΑΜ από τον Δήμο Σταρένιο. 
Το 1945 συμμετείχε σε δύο ΕΑΜικούς θιάσους με διαλεχτούς ηθοποιούς και το 1946 δημιούργησε τον πρώτο δικό του θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και την Αλέκα Παΐζη. 

Παράλληλα, ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση στο χώρο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών κι έδωσε όλες τις δυνάμεις του για τη βελτίωση συνθηκών εργασίας και πρόνοιας για νέους και απόμαχους ηθοποιούς.

Την περίοδο 1951 - 1956 ξαναπάτησε στο σανίδι του Θεάτρου Κοτοπούλη. 
Ακολούθησαν συνεργασίες του με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας (ΚΘΒΕ) και την Αθηναϊκή Σκηνή. 

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε στις ταινίες του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» (1960) και «Τοπ Καπί» (1964), ενώ η πρώτη του διάκριση στη μεγάλη οθόνη ήλθε το 1962 με το πρώτο βραβείο ερμηνείας που απέσπασε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ελληνογαλλική ταινία «Πολιορκία» του Κλοντ Μπερνάρ - Ομπέρ. 

Το 1964 σχημάτισε εκ νέου δικό του θίασο και παρουσίασε το έργο του Μπρένταν Μπίαν «Ενας Ομηρος», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.

Τον Ιούνη του 1965 αναζήτησε μία καλύτερη τύχη στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να ξελασπώσει από τα θιασαρχικά του χρέη κι εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. 
Τα επόμενα χρόνια έκανε μία αξιοπρόσεκτη καριέρα στο θέατρο, στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. 

Μεγάλες επιτυχίες του υπήρξαν οι συμμετοχές του στο θεατρικό του Μπρόντγουεϊ «Ιλια Ντάρλινγκ» (διασκευή του κινηματογραφικού «Ποτέ την Κυριακή»), σε κινηματογραφικές ταινίες («Youngs Doctors in love», «The Betsy», «Τα πάντα γύρω από το σεξ» του Γούντι Αλεν, «Εξορκιστής») και σε τηλεοπτικά σήριαλ («Χαβάη 5-0», «Κότζακ», «Επικίνδυνες Αποστολές» κ.ά.). 

Ασχολήθηκε, επίσης, με τις μεταφράσεις θεατρικών έργων και δίδασκε ως καθηγητής στο κολέγιο της Σάντα Μόνικα στα τέλη της δεκαετίας του '70.

Ενδιάμεσα, ήρθε στην Ελλάδα για κάποιες εμφανίσεις στο Εθνικό Θέατρο, με αξιοπρόσεκτη την παρουσία του στο έργο «Λυσσασμένη Γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους. 
Το 1982 γνώρισε την Μπέττυ Βαλάση, με την οποία παντρεύτηκε το 1984. 
Εκτοτε, έζησε μόνιμα στην Ελλάδα. 
Το 1983 τιμήθηκε με το βραβείο Α' ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία του Γιώργου Σταμπουλόπουλου «Προσοχή, Κίνδυνος!»

Με συνέπεια, ευθύνη, μαχητικότητα
Σ' όλη του τη ζωή ο Τίτος Βανδής έδινε μεγάλη σημασία στην κινητοποίηση του συνόλου. «Το μεροκάματο» - έλεγε - «είναι ιερό. Το δίκιο του εργάτη είναι ιερό. 

Κι αν ένας εργάτης δεν έχει ανάγκη, έχει πιει με το αφεντικό και έχει διασκεδάσει μαζί του, το μεροκάματο πρέπει να το πάρει. 
Αν δεν τσακωθεί για το μεροκάματο, προδίδει όλη του την τάξη. Είναι κάτι που πρέπει να το κυνηγάς συνέχεια για να αποκτήσεις συνείδηση».

Ο ηθοποιός που με συνέπεια, ευθύνη, μαχητικότητα, ήθος και ταλέντο διέγραψε μια μεγάλη πορεία, λίγα χρόνια πριν «φύγει», στην τελευταία θεατρική του παρουσία, το 1997, μας χάρισε άλλη μια μοναδική εμπειρία παρουσιάζοντας το αριστούργημα του Ιρβινγκ Στόουν «Κλάρενς Ντάροου», σε θεατρική διασκευή Ντέιβιντ Ρίντελς, σε μετάφραση δική του, σκηνοθεσία Μπέττυς Βαλάση, μουσική Μίμη Πλέσσα και σκηνογραφία Τάσου Ζωγράφου. 

Δεν ήταν ένας ακόμη σημαντικός ρόλος για εκείνον, αλλά μια επιθυμία να συνομιλήσει με τον κόσμο που αγαπούσε και μοιραζόταν μια ολόκληρη ζωή αγωνίες και όνειρα που δεν έχουν χάσει το χρώμα τους.

Ο Τίτος Βανδής συμπύκνωνε δύο ανθρώπινες υποστάσεις. Ηταν ο εαυτός του και ένας άλλος μαζί. Μέσα από την ανθρώπινη φύση του, την ιδεολογία, το υποκριτικό ταλέντο του, «γεννήθηκε» ατόφιος, αυθεντικός ο «άλλος». 

Ο Αμερικανός Κλάρενς Ντάροου, ο οποίος, επί δύο περίπου ώρες, συγκλόνισε τους Ελληνες «ακροατές» του, με όσα είπε. Επρόκειτο για ένα «ρεσιτάλ» ερμηνείας των ιδεών και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. 

Πολλά χρόνια ονειρευόταν ο Τίτος Βανδής να ερμηνεύσει αυτό το πρόσωπο. 
Οσο ζούσε και εργαζόταν στην Αμερική ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να υλοποιήσει αυτό το όνειρό του. 

Στην Ελλάδα έκανε πραγματικότητα αυτό το όνειρο, προς χάριν του προοδευτικού θεάτρου, προπαντός προς χάριν του ελληνικού εργατικού κινήματος, αλλά και προς τιμήν του πολύπαθου αμερικανικού εργατικού κινήματος. 
Το όνειρό του το έκανε πραγματικότητα ακόμα και κόντρα στις συστάσεις των γιατρών του να προφυλαχτεί, καθώς, πριν από λίγο καιρό, είχε κάνει εγχείρηση καρδιάς.

Αν και βαριά άρρωστος, συνέχιζε να αρθρογραφεί στο «Ριζοσπάστη» μέχρι τέλους... Σ΄ένα από τα τελευταία του κείμενα έγραφε μεταξύ άλλων: 

«Ολα τα κεκτημένα έχουν κερδηθεί με αίμα εργατών και είναι μια νίκη ιερή, αλλά αυτός το αμφισβητεί, λέγοντας ότι τον μάθανε να τα ονομάζει κεκτημένα! Ετρεξε πολύ αίμα για το οκτάωρο, φίλε, που σου έχουν "μάθει να το λες" κεκτημένο. 

Σκοτώσαν, το 1886, στο Σικάγο, εφτά απεργούς, που διαμαρτυρόντουσαν για τις πολλές ώρες εργασίας και αντί να δικαστούν οι δολοφόνοι, συλλάβανε οχτώ απεργούς, από τους οποίους κρεμάσανε τους τέσσερις, ένας πρόλαβε και αυτοκτόνησε και οι υπόλοιποι τρεις φυλακίστηκαν για πολλά χρόνια. 

Το οχτάωρο, λοιπόν, κερδήθηκε με αίμα και, φυσικά, όλα τα άλλα, σύνταξη, επίδομα ανεργίας, δώρα εορτών, για να αναφέρω μόνο μερικά. 

Τίποτα δε δώσανε οι κυβερνήσεις και οι εργοδότες από την καλή τους καρδιά. Και δεν υπήρξε στιγμή, που να μην προσπάθησαν σε κάθε ευκαιρία που τους δόθηκε, να καταστρατηγήσουν και να αρνηθούν την υπογραφή τους».



Της Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ