Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Η εξέγερση στα Τρίκαλα το Φλεβάρη του 1925

ΣΑΒΒΑΤΟ 11-2-2017














Τα Τρίκαλα το 1925 ήταν μια μεγάλη επαρχιακή πόλη σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής. Είχε πάνω από 20 εργοστάσια (δύο μεγάλα εργοστάσια υφαντουργίας, ένα καπνεργοστάσιο, μια βιομηχανία πούρων, τέσσερα εργοστάσια ξυλουργικής, εργοστάσια ζαχαροπλαστικής, χαλυβουργίας κλπ.), πιστωτικά ιδρύματα (υποκαταστήματα των τραπεζών Εθνική, Εμπορική, Αθηνών και τοπικές τράπεζες), ενώ ο πληθυσμός της ήταν γύρω στις 23.000 κατοίκους. 

Επρόκειτο, δηλαδή, για μια τοπική κοινωνία, που, όμως, ήταν ταξικά διαφοροποιημένη και συνεπώς, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, πολιτικοποιημένη. 

Ισχυρή δύναμη στην πόλη είχε το ΚΚΕ, η Κομμουνιστική Νεολαία και φυσικά η Ενωση των Παλαιών Πολεμιστών. Στον αστικό χώρο κυριαρχούσαν οι παρατάξεις των βενιζελικών και των αντιβενιζελικών, με εκφραστές τους τα μεγάλα πολιτικά και οικονομικά τζάκια της περιοχής.

Οπως ήταν φυσικό - και λόγω των συνεχών πολεμικών αναμετρήσεων - τα λαϊκά προβλήματα στην περιοχή ήταν ιδιαιτέρως οξυμένα. Οι αμοιβές των εργατών ήταν πολύ χαμηλές, η εργάσιμη ημέρα ξεπερνούσε τις 10 ώρες και η αργία της Κυριακής δεν εφαρμοζόταν παντού. 

Οι αγρότες ήταν σκλάβοι της αστοτσιφλικάδικης ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριώσεις παρά τους νόμους δεν προχωρούσαν. 

Μεγάλος τσιφλικάς στην περιοχή των Τρικάλων αυτή την εποχή είναι η Εκκλησία και συγκεκριμένα τα μοναστήρια που επί Τουρκοκρατίας έπαιρναν τα χτήματα των χριστιανών για να τους προστατεύσουν από τους Τούρκους, αλλά μετά την απελευθέρωση δεν τα επέστρεψαν στους δικαιούχους τους. 

Γι' αυτό κι ένα από τα βασικά αιτήματα των αγροτών εκείνη την εποχή ήταν να τους επιστραφούν τα χτήματά τους από τα μοναστήρια και τις εκκλησίες. Δεινή, για την εποχή που εξετάζουμε, ήταν και η θέση των μικρομεσαίων στρωμάτων της πόλης, που περίμεναν να ζήσουν από τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, τους αγρότες και τους εργάτες, δηλαδή από τάξεις και κοινωνικά στρώματα, τα οποία ζούσαν σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας. 

Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά τη μικρασιατική καταστροφή, με το γυρισμό δηλαδή των εξαθλιωμένων στρατιωτών και την εισροή χιλιάδων προσφύγων
Τέτοια ήταν η κατάσταση σε γενικές γραμμές, όταν το Φλεβάρη του '25 ξέσπασε η λαϊκή εξέγερση του λαού των Τρικάλων.

Της εξέγερσης των Τρικάλων είχε προηγηθεί - όπως προαναφέραμε - ο ξεσηκωμός του λαού στο Καστράκι και η κατάληψη από τους αγρότες των μοναστηριακών κτημάτων, των κτημάτων δηλαδή που τα μοναστήρια της περιοχής είχαν κλέψει επί Τουρκοκρατίας από τους φτωχούς αγρότες. 

Ο ξεσηκωμός στο Καστράκι είχε αποφασιστεί από την Ενωση Παλαιών Πολεμιστών και σημείωσε μεγάλη επιτυχία, γεγονός που τρομοκράτησε τις αρχές, με αποτέλεσμα να πολιορκηθεί το χωριό από δυνάμεις του στρατού και χωροφύλακες και να απειληθεί αιματοχυσία, η οποία αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή. 

«Εκείνες τις μέρες - γράφει ο Δ. Λιβιεράτος, ο οποίος χρησιμοποιεί το ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» της 9/2/1925 - η Ενωση Παλαιών Πολεμιστών Καστρακίου Τρικάλων κινητοποίησε το λαό και κατέλαβε τα μοναστηριακά χτήματα. 

Στο απόσπασμα χωροφυλακής που πήγε να τους βγάλει αντιστάθηκαν. Βρισκόντουσαν οπλισμένοι πίσω απ' τους βράχους και οι χωροφύλακες υποχώρησαν. Οι δώδεκα τοπικές επιτροπές Παλαιών Πολεμιστών κάλεσαν συγκέντρωση για την επομένη στα Τρίκαλα».

Το πρωινό της 2ας Φεβρουαρίου ήταν ένα ζεστό ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό, ενώ τα Τρίκαλα έσφυζαν από ζωή, αφού τούτη η μέρα ήταν ημέρα του παζαριού και πολλοί αγρότες είχαν μαζευτεί στην πόλη. 

Οι εργάτες του Εργατικού Κέντρου μοίρασαν από νωρίς το πρωί προκηρύξεις στους χωρικούς, με αιτήματα την απαλλοτρίωση των κτημάτων, κατά του πολέμου και κατά της ακρίβειας. Κατά τις δύο το μεσημέρι, οι εργάτες βγήκαν από το Εργατικό Κέντρο κρατώντας μαύρες σημαίες και λάβαρα με συνθήματα. 

Οι αγρότες ενώθηκαν μαζί τους και τους μίλησε ο κουρέας Σταύρος Καραγκούνης. Υστερα όλοι μαζί βάδισαν προς τη Νομαρχία, με σκοπό να επιδώσουν ψήφισμα. 

Εκείνο το ψήφισμα έλεγε: 

«Σύμπας εργατοαγροτικός λαός Τρικάλων και περιχώρων κατόπιν προσκλήσεως διά προκηρύξεων υπό Κεντρικής Ενώσεως Πολεμιστών Τρικάλων, εξηγούσας καταδίωξιν συναδέλφων Καστρακιωτών καταλαβόντας μοναστηριακά, συνελθόντες εις πάνδημον συναγερμόν ακούσαντες λόγους ρητόρων εξηγούντας καταδιώξεις εργατοαγροτών, αξιοί: 

1) Αμεσον ανάκλησιν σταλέντος Καστράκιον στρατού, 
2) Αμεσον απόλυσιν ηγετών εργατοαγροτικής τάξεως και δη γραμματέα Κεντρικής Ενώσεως "Μέλλον", σιδηροδρομικών Καρβούνην 
3) Επαναφοράν εξορίστων άμεσον 
4) Αμεσον απαλλοτρίωσιν μοναστηριακών κτημάτων, τσιφλικίων, αυτοκαλλιεργουμένων, χωρίς αποζημίωσιν εις ακτήμονας εφέδρους και παροχήν γεωργικών εργαλείων, σπόρου, λιπασμάτων 
5) Τη μη εφαρμογήν νέου δασμολογίου πλήττοντος λαϊκάς τάξεις 
6) Αμεσον διάλυσιν φασιστικών οργανώσεων και καταδίωξιν οργανωτών 
7) Καταδίκη εις θάνατον καταχραστών σακαράκιδων λαϊκού ιδρώτος 
8) Πλήρη ελευθερίαν συνελεύσεων και συγκεντρώσεων. 
9) Καταβολήν φόρου εκ πολέμου ευκόλως πλουτίσαντας. 
 10) Επίσης Κυβέρνησις παύσει προπαρασκευήν πολέμου καθόσον εφαρμόσωμεν σύνθημα πόλεμος κατά πολέμου.

Επιτροπή Λαού».

Κατευθυνόμενη προς τη Νομαρχία, η πορεία πέρασε από τις δυο γέφυρες, την Κεντρική και της Μαρούγκενας, τις οποίες φρουρούσαν δυνάμεις Χωροφυλακής βοηθούμενες και από διάφορους τραμπούκους (φύλακες φυλακών, αγροφύλακες και άλλους). 

«Μπροστά σ' αυτές τις γέφυρες - γράφει ο Βραχνιάρης για να σπάσει η ζώνη της Χωροφυλακής, δόθηκε μια πραγματική μάχη που κράτησε κάμποση ώρα, αλλά, τελικά, η ορμητικότητα των διαδηλωτών ήταν τόση μεγάλη, ώστε έσπασε τη ζώνη των χωροφυλάκων». 

Ετσι η λαοθάλασσα ξεχύθηκε στο δρόμο που οδηγούσε στη Νομαρχία. Φτάνοντας στη Νομαρχία, οι εργάτες και οι αγρότες ζήτησαν να βγει ο νομάρχης να του μιλήσουν. 

Αυτός αρνήθηκε και κάλεσε το στρατό. Εφτασε ο διοικητής του Συντάγματος Χρ. Καβράκος (αυτός που την άνοιξη του '41 παρέδωσε την Αθήνα στους Γερμανούς) με 100 στρατιώτες. 

Αρχισε η σύγκρουση με τους διαδηλωτές. Ο Καβράκος διέταξε τους στρατιώτες να πυροβολήσουν το πλήθος στο ψαχνό, αλλά τον υπάκουσαν μόνον ορισμένοι επιτελείς του και φυσικά οι χωροφύλακες, με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν έξι και να τραυματιστούν πολλοί, από τους διαδηλωτές εργάτες και αγρότες. 

Εγιναν επίσης πολλές συλλήψεις. Από τους πρώτους νεκρούς ο Μιχ. Ράδος, εργάτης ξυλουργός, πατέρας του ταμία του Εργατικού Κέντρου, ο Γιώργος Ντάλλας, καρεκλάς, ο Νικ. Νταβάρας καπνεργάτης, ο Νικ Σταφίκος, εργάτης. Σκοτώθηκαν επίσης οι αγρότες Κων. Βουτσελάς απ' τον Πυργετό, Δημ. Κούτρας απ' τις Καρυές. 

Οι τραυματισμένοι είναι πολύ περισσότεροι. Σοβαρά τραυματισμένος στο μάτι (με σφαίρες πιστολιού Μπράουνιγκ) είναι ο Χρήστος Μπρέντας, αγρότης από το Μισδάνι, ο Γ. Πράσσας, σοφέρ από τη Λάρισα (επιπόλαια τραυματισμένος από σφαίρα Μπράουνιγκ), ο Γεώργ. Αντωνόπουλος, αγρότης απ' το Φλαμούλι, ο Απ. Τσιτσάβας, αγρότης από την Μπάγια και άλλοι πολλοί.

Μετά τα γεγονότα και τις στυγνές δολοφονίες των αθώων διαδηλωτών, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους εξαπέλυσαν άγρια τρομοκρατία κατά των εργατών και των αγροτών στην ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων, ενώ στήθηκαν και δικαστικές διώξεις. 

Ετσι στις 31 Μαρτίου του 1925 άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης στο στρατοδικείο της Λάρισας που εντασσόταν κι αυτή στη γενικότερη επιχείρηση τρομοκράτησης του λαού, με αποτέλεσμα από τους 27 κατηγορούμενους να καταδικαστούν 13, από 8 χρόνια ειρκτή έως ένα χρόνο φυλακή. 

Συνολικά, το δικαστήριο επέβαλε 62 χρόνια φυλακή, και οι βαρύτερα καταδικασμένοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Κέρκυρας, για να αμνηστευτούν, σε λίγο, μετά την ανατροπή της Παγκαλικής δικτατορίας.



ΠΗΓΗ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ