Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Οι Αρβανίτες που ενσωματώθηκαν και πολέμησαν για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ενώ στη σύγχρονη εποχή γίνεται προσπάθεια για αλβανοποίηση του Αισχύλου, του Περίανδρου, του Ελύτη και του Βρεττάκου...

ΔΕΥΤΕΡΑ 30-1-2017







Του Σωτήρη Φαρμάκη *







Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις πέρασαν διάφορες φάσεις και επιδέχονται διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με την πλευρά που αντιπροσωπεύει ο κάθε μελετητής. 

Στην διαθήκη του, στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Αβδούλ μπέης του Δελβίνου προτρέπει τους Αλβανούς να τα έχουν πάντοτε καλά με τους Έλληνες για να μην πάθουν αυτό που έπαθαν οι Βόσνιοι από τους Αυστριακούς (που κατακτήθηκαν βίαια). Προβλέπει ότι θα σκοτωθούν γυναικόπαιδα και θα δημευτούν περιουσίες. 

Υποστηρίζει ότι οι Έλληνες έχουν καλούς νόμους και έτσι δεν είναι απαραίτητο οι Αλβανοί να λάβουν όπλα από ξένες δυνάμεις για να πολεμήσουν τους Έλληνες. 

Πρώτες αναφορές 

Μια πρώτη αναφορά σε αλβανικό λαό γίνεται από τον Στράβωνα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι Αλβανοί που γνώρισε ήταν απλοϊκοί και δεν ασχολούνταν με το εμπόριο επειδή δεν ήξεραν να μετράνε. 

Στα βυζαντινά χρόνια καταγράφεται αναφορά στην Αλβανούπολη, ενώ υπήρχε και το κίνημα του Γεωργίου Μανιάκη κατά του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου. 

Η αλβανική γλώσσα δημιουργήθηκε το 15ο αιώνα και ήταν, κυρίως, συνδυασμός της γκέκικης και της τοσκικής διαλέκτου. Το πρώτο γραπτό μνημείο της ήταν ένα λειτουργικό του Ιωάννη Βουγιούκα που γράφτηκε το 1555. 

Οι Αρβανίτες αναφέρονται στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής. Για πρώτη φορά προσκλήθηκαν στην Πελοπόννησο 10.000 εξ αυτών από τον Μανουήλ Καντακουζηνό επειδή η περιοχή είχε ερημώσει και υπήρχε ανάγκη για εργατικό δυναμικό. 

Άλλους τόσους προσκάλεσε και ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος. Το 1333, 12.000 αλβανόφωνοι με όρκο τους δήλωναν την υποταγή τους στον Ανδρόνικο Γ΄ τον Παλαιολόγο. 
Μετά την κάθοδο των Αρβανιτών στην Αττική, περίπου εκείνη την εποχή, ακολούθησε μια περίοδος ηρεμίας, η οποία έφερε και την αρμονική συμβίωση μεταξύ των ντόπιων και των νεοφερμένων πληθυσμών. 

Έτσι, χρονογράφος των γεγονότων της εποχής έγραφε ότι η Αθήνα ήταν εν ηρεμία και όχι εν ερημιά, όπως θέλουν να περάσει όσοι προπαγανδίζουν ότι το ελληνικό έθνος είχε ήδη παύσει να υφίσταται ‘έπειτα από επιδρομές βορείων γειτόνων.

Ο μασχαλισμός και άλλα σκληρά έθιμα 

Άλλες θεωρίες θέλουν τους Αλβανούς να προέρχονται από την Ιταλία και έτσι όσες φορές συναντούσαν δυσκολίες έφευγαν για την ιταλική χερσόνησο. 


Μάλιστα τέτοιες κινήσεις χαρακτηριζόντουσαν ως «αντιδράσεις του χελιού», αφού αυτά τα ψάρια επέστρεφαν στην γενέτειρά τους για να αναπαραχθούν. 



Για να επιβιώσουν έπρεπε να ανταπεξέρχονται σκληρές συνθήκες και έτσι και κάποια έθιμά τους ήταν εξίσου σκληρά. 
                                                                                                                                                     
Χαρακτηριστικός είναι ο μασχαλισμός, όπου οι δολοφόνοι έκοβαν κάποια μέλη του νεκρού και τα κρεμούσαν περνώντας σχοινί και από την μασχάλη προκειμένου να μην πέσουν θύματα βεντέτας. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι σε κάποια γλέντια τα μέλη αυτά τα έβαζαν να επιπλέουν στα ποτά που σερβιρίζονταν.

Πρόκειται για ένα είδος αποτρεπτικής μαγείας. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ο ακρωτηριασμός του Μέλανθου από τον Οδυσσέα, ενώ γίνεται αναφορά και στον βασιλιά Εχετό, που ειδικευόταν σε τέτοιες τιμωρίες. 

Από το 1418 ως το 1425 σημειώθηκε νέα κάθοδος Αρβανιτών στην Αττική μετά την κατάλυση του αλβανικού δεσποτάτου στην Ήπειρο. Ήδη οι Αρβανίτες είχαν εκχριστιανιστεί και θεωρείται ότι, στα περισσότερα μέρη, απέκτησαν σύντομα ελληνική συνείδηση.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Αλβανοί ανακήρυξαν δεσπότη του Μυστρά τον τυχοδιώκτη Μανουήλ Καντακουζηνό και οι Παλαιολόγοι αναγκάστηκαν να καλέσουν τον Τούρκο πολέμαρχο Τουραχάν, ο οποίος τους υπέταξε επιβάλλοντας βαρύ φόρο.

Το 17ο αιώνα οι μουσουλμάνοι Τουρκαλβανοί δεν πείραζαν τους ομοεθνείς τους Αρβανίτες, παρότι οι τελευταίοι ήταν χριστιανοί. Από το 1470 βρέθηκαν στην Ύδρα, αισθάνονταν Έλληνες αλλά παραδέχονταν ότι ήταν Αρβανίτες. 

Η οικογένεια Κουντουριώτη προερχόταν από την γενιά του Ζέρβα, που υπήρξε στρατηγός του Σκεντέρμπεη. Αρκετοί Αλβανοί είχαν άψογες σχέσεις με τον Κολοκοτρώνη και τον στήριξαν στους εμφυλίους της Ελληνικής Επανάστασης. 

Ο γέρος του Μοριά φρόντισε ώστε να μην σκοτωθούν Αλβανοί μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Ο κορυφαίος στρατηγός του Αγώνα με τον φίλο του Αλή Φαρμάκη, οραματίζονταν μια ελληνοαλβανική ομοσπονδία μετά την εξέγερση του 1821. 

Πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας υπήρχε σχέδιο για την δημιουργία ελληνοαλβανικού κρατιδίου στον Μοριά με την επικυριαρχία του σουλτάνου και την προστασία των Γάλλων. Η σημαία του θα περιελάμβανε και τον Σταυρό και το Φεγγάρι, αλλά τα σχέδια δεν καρποφόρησαν ύστερα από αγγλική παρέμβαση. 

Με ανάλογες διεργασίες ακυρώθηκε το 1878 και η προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην ελληνική επικράτεια, που προβλεπόταν από την Συνθήκη του Βερολίνου. 

Σύμφωνα με τον Μελέτη Βασιλείου, τον οπλαρχηγό του 1821 από τη Χασιά, οι Αρβανίτες συμμετείχαν στην απελευθέρωση της  Αθήνας από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν εξισλαμίστηκαν. Άλλοι λόγω της υπερβολικής φορολογίας αναγκάζονταν να υποθηκεύσουν τα παιδιά τους για να πληρώνουν τα υπέρογκα χρέη τους. 

Κάποιοι Αλβανοί εκμεταλλευόντουσαν τους Αρβανίτες και τους δάνειζαν με επιτόκιο που έφθανε το 60%. Όταν ένοιωθαν ισχυροί απαιτούσαν και από τους Τούρκους μισθούς για τις υπηρεσίες τους, τους λεγόμενους λουφέδες. 



Το κίνημα του ιλλυρισμού 

Αρκετές προσπάθειες έγιναν για να συνδεθεί το αλβανικό έθνος με τους Ιλλυριούς της αρχαιότητας. Το φύλο αυτό είχε καταγωγή από τον Κάδμο, σύμφωνα με την μυθολογία. 

Ο Ιλλυριός γεννήθηκε από την Αρμονία, αλλά η μητέρα του τον εγκατέλειψε μετά την γέννησή του και ανατράφηκε από ένα φίδι. Οι Βοιωτοί χρησιμοποίησαν αυτόν τον μύθο για να δικαιολογήσουν μια σχέση με τον βορρά, η οποία τους επέτρεψε να ιδρύσουν αποικίες εκεί. 

Ο Ηρόδοτος συνδέει τους Ιλλυριούς με τους Βενετούς, αν και η Βενετία ιδρύθηκε μετά το 451 μ.Χ. και τις επιδρομές του Αττίλα στην ιταλική χερσόνησο. 

Οι Ρωμαίοι νίκησαν τον στρατό της Τεύτας και δημιούργησαν το πρώτο ρωμαϊκό προγεφύρωμα στην περιοχή (το θέμα αυτό το μετέφερε σε θεατρικό έργο ο Κροάτης, ελληνικής καταγωγής, Δημήτριος Δημητρίου, που χρησιμοποιήθηκε και για την προπαγάνδα υπέρ του ιλλυρισμού). 

Εθνολογικά, όμως, ο όρος ιλλυρικός έπαψε να υφίσταται από το 33 π.Χ. 
Η αλβανική γλώσσα μπορεί να προέρχεται και από την αρχαία θρακική, που ήταν η γλώσσα των μισθοφόρων των αρχαίων καιρών. 

Δεν είχε σχέση με την ελληνική, διότι ο τελευταίος Μακεδόνας βασιλιάς, ο Περσέας, χρησιμοποιούσε διερμηνέα για να συνεννοείται με εκπροσώπους των βορείων γειτόνων. 

Σε κείμενα του Τίτου Λίβιου, ομόγλωσσοι χαρακτηρίζονται οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες και οι Μακεδόνες, αλλά δεν συμπεριέλαβε τους Ιλλυριούς σε αυτήν την κατηγορία. 

Στις αρχές του 19ου αιώνα ιδρύθηκαν για καιροσκοπικούς πολιτικούς λόγου δύο βραχύβια κρατίδια:  Το κράτος των Ιλλυρικών Επαρχιών και το βασίλειο της Ιλλυρίας. 
Και τότε έγινε προσπάθεια να συνδεθούν εκείνοι οι πληθυσμοί με τους αρχαίους Πελασγούς. 

Ιδρυτής του κινήματος του ιλλυρισμού ήταν ο Κροάτης δημοσιογράφος Λουδοβίκος Γκάι. Επινόησαν μια ενιαία σλαβική γλώσσα που οδήγησε στην σύσταση της Γιουγκοσλαβίας. 
Τον όρο Γιουγκοσλάβος είχε χρησιμοποιήσει πρώτος ο αυτοκράτορας της Ουγγαρίας Φερδινάνδος το 1843. 

Στη λογοτεχνία αντιπροσωπευτικό έργο ήταν το λιμπρέτο Παρίμ. 




Αισχύλος και Κατοχή 

Οι μουσουλμάνοι της Ηπείρου με αλβανική καταγωγή εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών λόγω της Συνθήκης της Λωζάνης, έπειτα από απόφαση του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου. 

Θαύμαζε τον Μουσολίνι και μετατράπηκε σε όργανο της επεκτατικής πολιτικής του εγκαθιστώντας, στην ελληνική γη, φύλα με τα οποία οι Ιταλοί θα δικαιολογούσαν την εισβολή τους στην Ελλάδα. 

Οι περισσότεροι από αυτούς ανήκαν στη γενιά των Τσάμηδων και πολέμησαν με τα κατοχικά στρατεύματα. 
Πρωτοστάτησαν στην εκτέλεση 49 πατριωτών στην Παραμυθιά. 

Περίπου 18.000 από αυτούς, μετά την Κατοχή, οικειοθελώς έφυγαν για την Αλβανία ώστε να μην τιμωρηθούν για τις πράξεις τους και υπηρέτησαν πιστά το καθεστώς του Χότζα. 

Η αλβανική προπαγάνδα, τέλος, υποστήριζε ακραίες θέσεις, όπως το ότι ο Αισχύλος ήταν αλβανικής καταγωγής, αφού γεννήθηκε στην Ελευσίνα. Έγιναν και προσπάθειες να αλβανοποιηθούν ο Περίανδρος, ο Ελύτης και ο Βρεττάκος. 

Θεωρήθηκαν αλβανικής προέλευσης ονόματα που κατέληγαν σε -ιωτης. 

Ο ιστορικός Σταύρο Σκέντι έβρισκε ιλλυρικά στοιχεία στον Όμηρο και μιλούσε για αυτά σε συνέδρια στην Αμερική αντιμετωπίζοντας την οργή συναδέλφων του. 

Μάλιστα εκείνη την εποχή οι Αμερικανοί είχαν διαπιστώσει ότι υπήρχαν δώδεκα μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα. 

Το αποκορύφωμα μιας τέτοιας προπαγάνδας ήταν η απαίτηση της αναγνώρισης αλβανικής μειονότητας στα Μεσόγεια, με πρωτοστάτη τον τότε πρωθυπουργό Μπερίσα, ο οποίος ήταν ελληνικής καταγωγής (Μπερίσσης)....


Το κείμενο έστειλε ο αναγνώστης μας, Σωτήρης Φαρμάκης...




ΠΗΓΗ. mixanitouxronou.gr