Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Οι γενιές που μεγάλωσαν μέσα στις στοές

ΔΕΥΤΕΡΑ 31-8-2015



Της  ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ

Το επάγγελμα του μεταλλωρύχου περνά από γενιά σε γενιά και χάνεται στα βάθη του χρόνου και της Ιστορίας στα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής.

Από τον παππού στον γιο και από αυτόν στον εγγονό ολόκληρες οικογένειες πρόκοψαν χάρη στα μεταλλεία και αναπτύχθηκαν επειδή υπάρχουν οι στοές που βγάζουν μετάλλευμα ήδη από την αρχαιότητα. 

Στο πέρασμα των χρόνων ακολουθούν την ίδια διαδρομή και μόνο ο τρόπος εξόρυξης και εργασίας εκσυγχρονίστηκε για μια δουλειά που παραμένει ωστόσο σε πολλά μέτρα βάθος κάτω από τη γη και είναι σκληρή και επίπονη.

Οταν μετά την τουρκοκρατία ο Θανάσης Καραβάς, που δούλευε στα λιγνιτωρυχεία της Κύμης, μπήκε στη βάρκα που μετέφερε 40 μεταλλωρύχους από το Ανω Κουρούνι της Εύβοιας και βγήκε στην παραλία Στρατωνίου για να δουλέψει στα εκεί μεταλλεία, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η δισέγγονή του, Μαριάννα Καραβά, θα συνέχιζε την παράδοση. Αλλά και ο Δημήτρης Σαραντούλας, που προσλήφθηκε πριν από 105 χρόνια και δούλευε ως υπογείτης, ότι ο δισέγγονός του, Μιχάλης Αστερίου, θα μπαίνει στις ίδιες στοές και σήμερα θα αγωνιά γιατί «χωρίς τα μεταλλεία η περιοχή θα σβήσει από τον χάρτη».

Επιστρέφοντας από τον πόλεμο στην Κορέα, ο Αντώνης Καραντώνας, 86 χρόνων σήμερα, έπιασε δουλειά ως υπογείτης στις στοές της Ολυμπιάδας. «Δεν με τρόμαξε ο πόλεμος, θα φοβηθώ το σκοτάδι και την υγρασία;», είπε στην οικογένειά του και ξεκίνησε να εργάζεται σκληρά χωρίς να ξέρει ότι θα έπαιρνε σύνταξη από εκεί 30 χρόνια μετά. 

Αλλά και ο γιος του Λεωνίδας και ο εγγονός του Αντώνης συνέχισαν κι αυτοί να εργάζονται στα μεταλλεία, μέσα σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.

Η είσοδος των μεταλλείων το 1964.
Η είσοδος των μεταλλείων το 1964.
Ζούσαν με τον φόβο
 
Κάθε εργαζόμενος κρύβει και μια οικογενειακή ιστορία που χάνεται στα βάθη των χρόνων και των... στοών των μεταλλείων. 


Οι παλιοί θυμούνται πως περπατούσαν για ώρες μέσα στα νερά, κατέβαιναν πολλά μέτρα στα έγκατα της γης και ζούσαν με τον φόβο να «τρυπάει» την ψυχή τους, κάθε φορά που έβαζαν τα φουρνέλα. Ηξεραν όμως και ξέρουν ότι τα Μαντεμοχώρια στηρίζουν και στηρίζονται στα μεταλλεία και η δουλειά τους, σκληρή και επικίνδυνη, είναι η μόνη διέξοδος που έχουν.

Παράλληλα, η ιστορία των μεταλλωρύχων είναι συνυφασμένη με την ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας. Με έντονες κοινωνικές συγκρούσεις που όταν κορυφώνονταν με απεργίες και έκτακτες καταστάσεις, μαράζωνε ολόκληρη η Βόρεια Χαλκιδική. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο αγώνας καταστελλόταν όταν? μιλούσαν τα όπλα, αλλά οι μεταλλωρύχοι σήκωναν πάντα το κεφάλι και ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα.

Ο Λεωνίδας Καραντώνας στα μεταλλεία.
Ο Λεωνίδας Καραντώνας στα μεταλλεία.
«Αυτό που όλοι λέμε εταιρεία, επένδυση, μεταλλεία, υπάρχει γιατί καθημερινά δεκάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στις στοές. Γι' αυτούς η ''μπούκα'' (ο χώρος εργασίας) είναι η καθημερινότητά τους, η ζωή τους. 

Η ''μπούκα'' τούς συντηρεί και μπορεί στην αρχή να τους τρομάζει, αλλά με τον καιρό τη συνηθίζουν και τη θεωρούν χώρο εργασίας», λέει στο «Εθνος της Κυριακής» η Μαριάννα Καραβά. Η 35χρονη απόφοιτη του Παντείου, από το Στρατώνι, εργάζεται στο τμήμα εκπαίδευσης των εργαζομένων της «Ελληνικός Χρυσός».

Είναι η πέμπτη γενιά Καραβά που δουλεύει στα μεταλλεία και η ιστορία της οικογένειάς της είναι αξιοσημείωτη - όπως μάλιστα λέει χαριτολογώντας, «τα μεταλλεία είναι εγγεγραμμένα στο DNA μας». 

Ψάχνοντας για τις ρίζες της, ανακάλυψε ότι ο προπάππος της, Θανάσης Καραβάς, που έμενε στο Ανω Κουρούνι Εύβοιας, εργαζόταν στα λιγνιτωρυχεία της Κύμης και στο τέλος της τουρκοκρατίας, όταν αυτά παρήκμασαν, μετακινήθηκε με μια βάρκα στη Βόρεια Χαλκιδική. 

Η βάρκα έβγαλε τον ίδιο κι άλλους 40 συναδέλφους του στην παραλία Στρατωνίου και ρίζωσε εκεί. Ο γιος του Χρήστος (παππούς της Μαριάννας) εργάστηκε επίσης στα μεταλλεία του Μαντέμ Λάκκο. Ηταν πολύ καλός μάστορας, αλλά ιδιόρρυθμος άνθρωπος. «Μάστορα της πατέντας» τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του.

 Συνταξιοδοτήθηκε πέρυσι και σήμερα βλέπει τον γιο του, Αντώνη, να συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση που είχε ξεκινήσει ο παππούς Αντώνης
Συνταξιοδοτήθηκε πέρυσι και σήμερα βλέπει τον γιο του, Αντώνη, να συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση που είχε ξεκινήσει ο παππούς Αντώνης 
Ο πατέρας της, Γιώργος Καραβάς, δούλευε από 17 χρόνων, πριν ακόμη τελειώσει το γυμνάσιο, στα μεταλλεία Στρατωνίου. 

Ηταν πολύ καλός ηλεκτροτεχνίτης και παρότι διέκοψε για ένα διάστημα, τελικά συνταξιοδοτήθηκε από εκεί. «Σε αυτόν τον τόπο πάντα υπάρχει δουλειά και τους χωράει όλους», μας λέει η Μαριάννα Καραβά, που ελπίζει ότι το πρόβλημα θα ξεπεραστεί σύντομα και η ίδια, όπως και όλοι οι συνάδελφοί της που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα, θα επιστρέψουν στη δουλειά τους.

«Τα μεταλλεία συντηρούν όλα τα χωριά στη Βόρεια Χαλκιδική. Είναι αλυσίδα, βοηθούν στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας. Μόνο από τη Μεγάλη Παναγιά δουλεύουν κοντά στα 300 άτομα, δηλαδή το 10% του πληθυσμού και όλοι οι υπόλοιποι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ζουν από αυτήν τη δραστηριότητα», αναφέρει ο Βαγγέλης Αστερίου, 51 χρόνων, που ακόμη και σήμερα κατεβαίνει στις στοές ως γομωτής-πυροδότης. 

Ο προπάππος του (από την πλευρά της μητέρας του), Δημήτρης Σαραντούλας, μπήκε για πρώτη φορά στις στοές πριν από 105 χρόνια και δούλεψε «μέσα στο κρύο και στην υγρασία, αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκε. Ισα ίσα έλεγε πως τα μεταλλεία έσωσαν τον τόπο». 

Ο αείμνηστος πατέρας του, Μιχαήλ Αστερίου, ήταν για χρόνια επιστάτης των υπογειτών, ενώ και ο 25χρονος γιος του Μιχάλης εργάζεται στην εταιρεία ως τεχνίτης και φορτωτής.


Ο Χρήστος Καραβάς, παππούς της Μαριάννας Καραβά, που εργάζεται στο τμήμα εκπαίδευσης των εργαζομένων της «Ελληνικός Χρυσός».
Ο Χρήστος Καραβάς, παππούς της Μαριάννας Καραβά, που εργάζεται στο τμήμα εκπαίδευσης των εργαζομένων της «Ελληνικός Χρυσός».
Οι υπογείτες παραδέχονται πως οι συνθήκες εργασίας άλλαξαν, ο τρόπος εξόρυξης εκσυγχρονίστηκε. «Παλιά βγάζαμε το μετάλλευμα, μόλυβδο και σιδηροπυρίτη, με τα χέρια. 

Μπαίναμε στα βαγόνια και πιανόταν η ψυχή μας, σήμερα νιώθουμε περισσότερο ασφαλείς. Ολα πλέον γίνονται μηχανικά, τα μηχανήματα ανοίγουν τα διατρήματα, δεν βγαίνει πια τόση σκόνη που μας έπνιγε, λιγόστεψε και το νερό».

Εφιάλτης η ανεργία

(Από πάνω προς τα κάτω) Μιχαήλ, Βαγγέλης και Μιχάλης Αστερίου. Ο πρώτος ήταν επιστάτης των υπογειτών, ενώ ο δεύτερος εξακολουθεί να εργάζεται εκεί μαζί με τον γιο του.
(Από πάνω προς τα κάτω) Μιχαήλ, Βαγγέλης και Μιχάλης Αστερίου. Ο πρώτος ήταν επιστάτης των υπογειτών, ενώ ο δεύτερος εξακολουθεί να εργάζεται εκεί μαζί με τον γιο του.

Ο Λεωνίδας Καραντώνας συνταξιοδοτήθηκε πριν από έναν χρόνο. Από το 1980 εργαζόταν ως υπογείτης, όπως και για άλλα 30 χρόνια ο πατέρας του, Αντώνης Καραντώνας, 86 χρόνων σήμερα. Αλλά και ο γιος του, Αντώνης, εργάζεται από το 2012 ως υπογείτης, ενώ αξιοποιείται και ως τεχνικός αυτοκινήτων. 

«Η ανεργία είναι η χειρότερη τρομοκρατία και οι υπογείτες είναι σκληροτράχηλοι άνθρωποι και δεν τρομοκρατούνται», μας λέει ο 25χρονος Αντώνης Καραντώνας και προσθέτει: «Ο κόσμος θέλει δουλειά και ηρεμία. Δεν μας αρέσουν οι φασαρίες, ούτε θέλουμε να είμαστε στον δρόμο. 

Δουλειά θέλουμε και αυτό το αποδεικνύουν οι 11.000 αιτήσεις που έχει η εταιρεία από άτομα που αναζητούν εργασία».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ Από τα Σιδηροκαύσια μέχρι την «Ελληνικός Χρυσός»

Η μεταλλευτική δραστηριότητα στη Βόρεια Ελλάδα εντοπίζεται ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., συνεχίστηκε αδιάλειπτα τη ρωμαϊκή εποχή, όπου μεταλλευτικό κέντρο ήταν τα Σιδηροκαύσια, η σημερινή Στρατονίκη, αλλά και στους βυζαντινούς χρόνους. 

Το 1705 ο σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι, σύμφωνα με το οποίο τα Μαντεμοχώρια -που πήραν το όνομά τους από τον Μαδέμ Αγά, που τα διοικούσε- απέκτησαν το δικαίωμα αυτοδιαχείρισης και εκμετάλλευσης του αργύρου και για τον σκοπό αυτό συστάθηκε ο Μεταλλευτικός Συνεταιρισμός. 

Η μόνη τους υποχρέωση απέναντι στη Μεγάλη Πύλη ήταν η παράδοση ενός φόρου ύψους 550 λιβρών αργύρου τον χρόνο, ενώ οι μαντεμοχωρίτες πέτυχαν να μην υπάρχουν Οθωμανοί στην περιοχή, εκτός από τον Μαδέμ Αγά, έναν αξιωματικό και 20 στρατιώτες. Το 1893 τα μεταλλευτικά δικαιώματα της περιοχής παραχωρήθηκαν από την οθωμανική αυτοκρατορία στη Γαλλο-Οθωμανική Α.Ε. με έδρα το Παρίσι και τότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά η ονομασία «Μεταλλεία Κασσάνδρας».

Στα περίπου 600 καμίνια της περιοχής απασχολούνταν πάνω από 6.000 εργαζόμενοι, ενώ μέχρι το 1900 εξορύσσονταν και περνούσαν από μεταλλουργική κατεργασία 72.000 τόμοι μεταλλεύματος. 

Τη γαλλο-οθωμανική διαχείριση διαδέχτηκε το 1927 η Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων & Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ), αλλά ο μεταλλευτικός κλάδος γνώρισε μεγάλη άνθηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η πλειοψηφία των μετοχών πέρασε στα χέρια του Πρόδρομου Αθανασιάδη-Μποδοσάκη. 

Επίκεντρο των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων έγινε το Στρατώνι, στην παραλία του οποίου κατασκευάστηκε εργοστάσιο εμπλουτισμού και ξεκίνησε η παραγωγή και επεξεργασία μεικτών θειούχων συμπυκνωμάτων.

Τον Δεκέμβριο του 1995 τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των μεταλλείων Κασσάνδρας περιήλθαν στην TVX Hellas, θυγατρική της καναδικής TVX Gold. Η τελευταία αποχώρησε τον Ιανουάριο του 2003, 480 εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους και τα Μαντεμοχώρια υπέστησαν οικονομικό και πληθυσμιακό μαρασμό. 

Εναν χρόνο μετά με ειδικό νόμο που επικύρωσε η ελληνική Βουλή τα μεταλλευτικά δικαιώματα και το σύνολο των εγκαταστάσεων πέρασαν στην «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε.».



ΠΗΓΗ. ethnos.gr