Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Εργασιακές σχέσεις δύο ταχυτήτων έφερε η κρίση σε Βορρά και Νότο της Ευρώπης

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28-8-2015





Στην κορυφή της ατζέντας των πιστωτών παραμένει το εργασιακό, με τους εκπροσώπους των τριών θεσμών να ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να διατηρήσει τους νόμους της τελευταίας 5ετίας, που καθιέρωσαν ως κανόνα αυτό που στην υπόλοιπη Ευρώπη ισχύει ως παρέκκλιση, δηλαδή την ισχυροποίηση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και την ανάδειξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως ρυθμιστή των όρων εργασίας.

Με εξαίρεση την Ελλάδα και τις χώρες του Νότου, όπου οι αλλαγές επιβλήθηκαν μέσω προγραμμάτων διάσωσης και δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπαν τη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης ειδικότερα βασίζεται στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέσα από τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) και το ευρωπαϊκό κεκτημένο που διαμόρφωσε το αποκαλούμενο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. 

Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιεί και η ελληνική κυβέρνηση στην προσπάθειά της να «πείσει» τους πιστωτές για την αναγκαιότητα του σχεδίου νόμου που έχει έτοιμο στα συρτάρια του γραφείου του ο υπουργός Εργασίας Πάνος Σκουρλέτης, με τους θεσμούς και κυρίως το ΔΝΤ να ζητούν περαιτέρω ελαστικοποίηση και νέα νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις και τις συμβάσεις. 

Θέτουν δε, ως βασική προϋπόθεση ότι το νομοσχέδιο θα παραμείνει... σχέδιο, κλειδωμένο στο γραφείο του υπουργείου Εργασίας.

Ο Κωνσταντίνος Αγραπιδάς, διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και ειδικός στα θέματα εργασιακών σχέσεων και αγοράς εργασίας, αναλύει σήμερα στην «Κ» τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συνακολούθως των συναπτόμενων συλλογικών συμβάσεων στην Ε.Ε., που εντοπίζονται κυρίως:

• Στην αυτονομία των κοινωνικών εταίρων να ρυθμίζουν τους όρους εργασίας.

• Στην αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, σε περίπτωση συρροής περισσότερων συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

• Στη δυνατότητα επέκτασης της ισχύος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της κήρυξή τους ως υποχρεωτικών στον κλάδο ή το επάγγελμα.

• Στην προσφυγή στη μεσολάβηση και διαιτησία για τη σύναψη ΣΣΕ.

Στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., και της Ευρωζώνης, οι όροι αμοιβής και εργασίας καθορίζονται κυρίως μέσω της σύναψης συμβάσεων σε κλαδικό ή τομεακό επίπεδο, οι οποίες καλύπτουν την πλειοψηφία των εργαζομένων. 

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια τάση αποκέντρωσης στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς δίνεται η δυνατότητα σύναψης συμβάσεων εργασίας και σε επίπεδο επιχειρήσεων, κάτω από ειδικές ρήτρες παρέκκλισης. 

Ωστόσο, με την έλευση της οικονομικής κρίσης, παρατηρήθηκε μια σημαντική διαφοροποίηση στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των χωρών του Βορρά, της Κεντρικής Ευρώπης και των χωρών κυρίως του Νότου.

Στις χώρες του Βορρά οι αλλαγές και η αποκέντρωση στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων επήλθαν κατόπιν συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων. 

Αντίθετα, στις χώρες του Νότου, όπως Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία, οι αλλαγές επεβλήθησαν από τους υπερεθνικούς οργανισμούς, Ε.Ε., ΔΝΤ, ΕΚΤ, στο πλαίσιο της εφαρμογής των προγραμμάτων διάσωσης. 

Στην Ισπανία και στην Ιταλία οι αλλαγές επεβλήθησαν κυρίως από την ΕΚΤ. 

Σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, η δυνατότητα «παρέκκλισης» από τις ΣΣΕ προβλέπεται από τις κλαδικές συμβάσεις και δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρησιακές να καθορίζουν τα επίπεδα αμοιβής της εργασίας, καθώς και τον χρόνο εργασίας, σε αντιστάθμισμα της διατήρησης των θέσεων απασχόλησης.

Αντίθετα, σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία επεβλήθη νομοθετικά η υπερίσχυση των επιχειρησιακών έναντι των λοιπών συμβάσεων, σε περίπτωση συρροής με άλλες, όχι ως παρέκκλιση, αλλά ως κανόνας. 

Ετσι επιτυγχάνεται ο καθορισμός των αμοιβών να ορίζεται σε επίπεδο επιχείρησης και να προσεγγίζει κυρίως τα επίπεδα του κατώτατου μισθού, που στην Ελλάδα έχει θεσπιστεί επίσης νομοθετικά.

Για την Ελλάδα η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική, είχε ως αποτέλεσμα την ανοδική πορεία των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που υπογράφονται κυρίως από ενώσεις προσώπων και προβλέπουν μειώσεις μισθών, έναντι της φθίνουσας πορείας των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Μικρές επιχειρήσεις

Οπως επισημαίνει ο κ. Αγραπιδάς, υψηλόβαθμο διοικητικό στέλεχος στο υπουργείο Εργασίας, από το 2012 έως τον Μάιο 2015, έχουν υπογραφεί συνολικά περισσότερες από 1.780 επιχειρησιακές συμβάσεις έναντι περίπου 60 κλαδικών, από τις οποίες, μάλιστα, σε ισχύ βρίσκονται μόλις οι 21. 

Η συνέπεια είναι για μεγάλο αριθμό εργαζομένων η αμοιβή και οι όροι εργασίας να διαμορφώνονται με ατομικές συμβάσεις εργασίας.

Αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων να απασχολείται σε επιχειρήσεις 1-10 ατόμων, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες όπου το μέγεθος των επιχειρήσεων είναι πολύ μεγάλο, γεγονός που σηματοδοτεί ότι το κύρος των επιχειρησιακών συμβάσεων είναι αυξημένο.

Κανόνας οι κλαδικές σε Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία

Διαδικασίες συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις προβλέπονται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ακόμη και για τις παρεκκλίσεις, υπάρχουν ρήτρες που εφαρμόζονται υπό συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες.

Στη Γερμανία, οι διαπραγματεύσεις βασίζονται κυρίως στις κλαδικές συμβάσεις. 
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί και ο αριθμός των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας. Πολλές, αν και όχι όλες, συλλογικές συμβάσεις περιέχουν ρήτρες που επιτρέπουν παρέκκλιση από τα οριζόμενα σε αυτές. 

Το 2013, η δημόσια διοίκηση και η κοινωνική ασφάλιση ήταν οι τομείς με την πληρέστερη κάλυψη εργαζομένων, ενώ ο τομέας της ενημέρωσης κι επικοινωνίας το ακριβώς αντίθετο.

Στη Γαλλία, οι διαπραγματεύσεις αμοιβής εργασίας γίνονται κυρίως σε κλαδικό επίπεδο. Μηχανισμοί πλήρους επέκτασης των όρων και των προϋποθέσεων που έχουν συμφωνηθεί από τους κοινωνικούς εταίρους εξασφαλίζουν ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό κάλυψης άνω του 90%. 

 Εντούτοις, νομοθετικές πρωτοβουλίες που ενεργοποιούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχείρησης έχουν επιβάλει τις επιχειρησιακές συμβάσεις. Η αρχή της ευνοϊκότερης σύμβασης έχει αποδυναμωθεί κατά τις τελευταίες αναθεωρήσεις των 2004, 2008 και 2013.

Στην Ιρλανδία, το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την αμοιβή της εργασίας από το 1999 έως το 2009 ήταν πρωτίστως συγκεντρωτικό, με επίπεδο διαπραγμάτευσης πανεθνικό. 
Το διάστημα που ακολούθησε την κατάρρευση (2010-2013), οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στον δημόσιο τομέα πραγματοποιήθηκαν σε κλαδικό επίπεδο. 

Στον ιδιωτικό τομέα, η διαπραγμάτευση αποκεντρώθηκε και διεξάγεται σε επίπεδο επιχείρησης, η πλειονότητα των επιχειρήσεων εφαρμόζει «πάγωμα» μισθών, με μικρά σημάδια ανάκαμψης από το 2011 και μικρά.

Στην Ισπανία, το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και βρίσκεται περίπου στο 85%. 
Κύριο επίπεδο των συλλογικών διαπραγματεύσεων υπήρξε ανέκαθεν το κλαδικό, και εντός των συμβάσεων το τοπικό. 

Η νέα νομοθεσία του 2012 θέτει υπό αμφισβήτηση το παραδοσιακό ισπανικό μοντέλο της συλλογικής διαπραγμάτευσης δίνοντας προτεραιότητα στις επιχειρησιακές συμβάσεις και επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να παρεκκλίνουν από τις συλλογικές.

Στην Πορτογαλία, το κυρίαρχο επίπεδο συλλογικών διαπραγματεύσεων ήταν ο τομέας ή ο κλάδος. Οι συμβάσεις σε αυτό το επίπεδο αφορούσαν το 90% του συνολικού εργατικού δυναμικού. 

Η πρόσφατη εκ νέου ρύθμιση των «συμβάσεων παράτασης» που υλοποιούνται στο πλαίσιο του Μνημονίου είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε όλα τα επίπεδα.

Στην Ιταλία, οι κλαδικές συμβάσεις συμπληρώνονται από συμβάσεις σε δεύτερο επίπεδο. 

Τα δύο επίπεδα διαπραγμάτευσης διενεργούνται εξειδικευμένα: οι κλαδικές συμβάσεις επικεντρώνονται στη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης και στον καθορισμό ενός πλαισίου για το σύνολο του κλάδου, ενώ η αποκεντρωμένη διαπραγμάτευση εξετάζει ζητήματα που τυχόν ανακύπτουν από τις κλαδικές συμβάσεις καθώς και την καθιέρωση ευέλικτων μορφών διαπραγμάτευσης που σχετίζονται με την αποδοτικότητα.

Στην Ολλανδία, το κυρίαρχο στοιχείο είναι το κλαδικό, ενώ πολλές μεγάλες εταιρείες συνάπτουν τις δικές τους επιχειρησιακές. 

Η κάλυψη βρίσκεται σταθερά γύρω στο 84%.



ΠΗΓΗ. kathimerini.gr