Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Με το 3ο μνημόνιο «τελειώνουν» τις επικουρικές συντάξεις - Με «όχημα» την ένταξη όλων των Ταμείων στο ΕΤΕΑ, οδηγούμαστε σταδιακά στην εξαφάνιση της επικούρησης

ΠΕΜΠΤΗ 20-8-2015


 
 
 
 
Οι νέες ανατροπές στις επικουρικές συντάξεις που περιλαμβάνονται στο 3ο μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, ολοκληρώνουν μια μακρά περίοδο αντιασφαλιστικών παρεμβάσεων, που εντάθηκαν από το 2010.
 



Με τις αλλεπάλληλες μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις που αποδίδονταν τότε, οι κυβερνήσεις προχώρησαν στη συνέχεια στη δημιουργία του νέου «μοντέλου» επικούρησης, συγκροτώντας το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, όπου εντάχθηκαν τα μεγαλύτερα επικουρικά ταμεία, με στρατηγική επιδίωξη όχι τον «ορθολογισμό», όπως ψευδώς ισχυρίζονταν, αλλά τη δραστική συρρίκνωση μέχρι και την κατάργηση των επικουρικών συντάξεων.

Στον αντίποδα, η κατάργηση αυτή θα άνοιγε διάπλατα το δρόμο για την ανάπτυξη των ιδιωτικών ασφαλιστικών συστημάτων, ως πρόσθετη Ασφάλιση προς τη δημόσια, χωρίς βέβαια την εγγύηση του κράτους. 

Η εξέλιξη, μάλιστα, αυτή είχε σηματοδοτηθεί ακόμα από το 2002, με τη νομοθετική πρόβλεψη για τη δημιουργία Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (νόμος 3029), που εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και το γνωστό μοντέλο των «τριών πυλώνων» (βλέπε παρακάτω).

«Οχημα» κατάργησης των επικουρικών το ΕΤΕΑ
 
Σταθμός στην πορεία της σχεδιασμένης εξάρθρωσης της Επικουρικής Ασφάλισης ήταν η δημιουργία το καλοκαίρι του 2012 του ΕΤΕΑ, με το νόμο 4052. 
Ο νόμος αυτός έβαζε τη βάση για ένα τελείως διαφορετικό πρότυπο Επικουρικής Ασφάλισης, που καμιά σχέση δεν είχε με τη δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση.

Το νέο σύστημα Επικουρικής Ασφάλισης - όπως γράφαμε και το καλοκαίρι του 2012 - δεν εγγυάτο σε καμιά περίπτωση την απόδοση συντάξεων και πολύ περισσότερο το ύψος τους. 

Οι εργαζόμενοι - ασφαλισμένοι στο ΕΤΕΑ γνωρίζουν μόνο τι πληρώνουν για την επικουρική τους σύνταξη, δεν τους δίνεται όμως καμιά εγγύηση για το ύψος της σύνταξής τους, αφού πέρα από το νέο τρόπο «θεωρητικού» υπολογισμού τους, τελικά αυτό θα καθορίζεται με υπουργική απόφαση του εκάστοτε υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και με στόχο να μην προκαλούνται ελλείμματα στο Ταμείο.

Ετσι, όσον αφορά το ποσό της επικουρικής σύνταξης, όπως προέβλεπε και ο νόμος 4052, αυτό είναι ακαθόριστο και ατομικό και θα προσδιορίζεται από:
  • Τα δημογραφικά δεδομένα.
  • Το ατομικό ποσό συσσώρευσης εισφορών, με επιτόκιο που καθορίζεται ανάλογα με τη μεταβολή του μισθού των εργαζομένων.
  • Το επιτόκιο προεξόφλησης.
  • Τη μεταβιβασιμότητα της σύνταξης.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, - σχολιάζαμε τότε - δε δίνεται η παραμικρή βεβαιότητα και εξασφάλιση του ποσού της σύνταξης και σε κάθε περίπτωση, ο εκάστοτε υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης θα μπορεί να αναπροσαρμόζει σε ετήσια βάση τη σύνταξη, με μοναδικό στόχο να μην προκύπτουν ελλείμματα στο νέο Ταμείο. 

Με δυο λόγια, η επικουρική σύνταξη, εάν δίνεται, θα καθορίζεται με πολιτική απόφαση και χωρίς το κράτος των καπιταλιστών να δίνει ένα τσακιστό ευρώ.


Τέρμα η κρατική χρηματοδότηση
 
Οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν μέχρι κεραίας τις εκτιμήσεις αυτές, που έγιναν πριν τρία χρόνια. Ηδη στο ΕΤΕΑ, οι συνταξιούχοι του και οι ασφαλισμένοι του μπήκαν για τα καλά πλέον υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» των ελλειμμάτων του Ταμείου και της «βιωσιμότητας». 

Η λεγόμενη ρήτρα «μηδενικού ελλείμματος» μπήκε στην καθημερινότητα των συνταξιούχων.  

Η μέση σύνταξη που αποδίδει πλέον το Ταμείο, δεν ξεπερνά τα 160 ευρώ και αυτό πριν τις τελευταίες μειώσεις, οι οποίες επιβλήθηκαν από τον περασμένο Ιούλη, μέσω της επιβολής εισφοράς 6% για τον κλάδο Υγείας και στις επικουρικές συντάξεις.

Ομως, η νέα μείωση των επικουρικών δεν είναι το μοναδικό μέτρο σε βάρος της Επικουρικής Ασφάλισης. 

Ταυτόχρονα, με το 3ο μνημόνιο, ψηφίστηκε διάταξη η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε χρηματοδότηση του ΕΤΕΑ και μάλιστα αναδρομικά από την 1/1/2015 πέραν των εισφορών των ασφαλισμένων, προδιαγράφοντας έτσι νέες μειώσεις στις επικουρικές, τόσο των συνταξιούχων που ήδη είχαν ενταχθεί στο Ταμείο, όσο και των νέων που υπάγονται τώρα.

Συγκεκριμένα, όσα Ταμεία είχαν μείνει εκτός ΕΤΕΑ, υπάγονται και αυτά από την 1η Σεπτέμβρη στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης. 

Ανάμεσά τους είναι το ΤΕΑΠΑΣΑ (ένστολοι), ο κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης του ΟΑΕΕ, των αρτοποιών, ο τομέας Επικουρικής Ασφάλισης των πρατηριούχων υγρών καυσίμων, του ΕΤΑΑ, των συμβολαιογράφων, ο τομέας Επικουρικής Ασφάλισης των τεχνικών Τύπου, των ναυτικών (ΚΕΑΝ) κ.λπ.

Ηδη όμως από πέρσι, το έλλειμμα του ΕΤΕΑ είχε υπολογιστεί σε 326 εκατομμύρια ευρώ για φέτος, ενώ εκτιμήσεις ανεβάζουν αυτό το έλλειμμα για το 2016 στο 1,5 δισ. ευρώ, προεξοφλώντας νέες συνεχείς μειώσεις στις επικουρικές τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η κατάσταση θα χειροτερέψει, καθώς η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ανέλαβε δέσμευση για κατάργηση όλων των λεγόμενων «κοινωνικών πόρων» προς τα ασφαλιστικά ταμεία μέχρι το τέλος Οκτώβρη, πολλοί από τους οποίους μέχρι τώρα στήριζαν παροχές και συντάξεις επικουρικών ταμείων.



Το τελευταίο βήμα
 
Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται η αντικειμενική βάση για να φτάσουμε στο στρατηγικό στόχο για κατάργηση επί της ουσίας των επικουρικών συντάξεων - όπως περιγράφεται και στο 3ο μνημόνιο - και τη δημιουργία ενός Ταμείου (!) για κύριες και επικουρικές. Συγκεκριμένα, στο 3ο μνημόνιο ορίζεται ως προαπαιτούμενο πως μέχρι το Δεκέμβρη του 2015:
  • η κυβέρνηση θα ενοποιήσει όλα τα Ταμεία Κοινωνικής Ασφάλισης σε μια ενιαία οντότητα,
  • θα προβεί σε κατάργηση όλων των υφιστάμενων ρυθμίσεων για τη διαχείρισή τους,
  • θα συγκροτήσει νέο διοικητικό συμβούλιο και ομάδα διαχείρισης, χρησιμοποιώντας την υποδομή του ΙΚΑ,
  • θα εφαρμόσει κεντρικό μητρώο συνεισφερόντων και θα δημιουργήσει κοινές υπηρεσίες,
  • επιπλέον, μέχρι τα τέλη του 2016, θα δημιουργήσει «κοινό σύνολο κεφαλαίων» όλων των Ταμείων.
Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι οι επικουρικές συντάξεις, στην πορεία δραστικής συρρίκνωσής τους, θα ενοποιηθούν με τις κύριες, κάτω από την ομπρέλα του ενός και μοναδικού Ταμείου, μέχρι το τέλος του έτους.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης. 

Είναι αλήθεια ότι η κρίση επιτάχυνε τις διαδικασίες και έδωσε το πρόσχημα στις κυβερνήσεις να τις εφαρμόσουν πιο αποφασιστικά, αλλά είχε περιγραφεί με αρκετή σαφήνεια από το 2009, ενώ είχε τεθεί μία τουλάχιστον δεκαετία πριν στην ατζέντα.



ΠΗΓΗ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ