Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Το παράπονο ενός στρατιώτη - Αιχμάλωτος για 15 μήνες στα μπουντρούμια του «Αττίλα»

ΤΡΙΤΗ 25-8-2015





 Στρατιώτης ΕΛΔΥΚ  Λάμπρος Πλίτσης







Εζησα 15 μήνες στα μπουντρούμια του «Αττίλα» H μαρτυρία ενός στρατιώτη της EΛΔYK, που αιχμαλωτίστηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1975 και έζησε σε πλήρη απομόνωση στα... χέρια του «Aττίλα» στην κατεχόμενη Λευκωσία
Εμεινε αιχμάλωτος στα μπουντρούμια του Αττίλα στην κατεχόμενη Λευκωσία για 14 μήνες και 22 μέρες.

Κανείς -ούτε συγγενείς, ούτε οι στρατιώτες στην ΕΛΔΥΚ- δεν ήξερε πού βρισκόταν. 
Αν δεν είχε καταφέρει να αποδράσει, ο Λάμπρος Πλίτσης μπορεί να ήταν μία ακόμη ιστορία αγνοουμένου της κυπριακής τραγωδίας το 1974. Σήμερα, 38 χρόνια μετά, ζει μόνιμα στη Λάρισα...

«Βρέθηκα στην Κύπρο στις 19 Ιουλίου του 1974, μία μέρα πριν από την τουρκική εισβολή. Ημουν ήδη έναν χρόνο στρατιώτης», θυμάται ο 58χρονος σήμερα Λάμπρος Πλίτσης.

«Αποβιβαστήκαμε στην Αμμόχωστο, μεταφερθήκαμε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Λευκωσία και ίσα που προλάβαμε να κοιμηθούμε λίγες ώρες. Τα χαράματα μάς ξύπνησαν οι βομβαρδισμοί των τουρκικών αεροπλάνων».

Η πρώτη βόμβα του τουρκικού στρατού έπεσε στο στρατόπεδο της ελληνικής δύναμης. Στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, άλλοι τραυματίστηκαν σοβαρά.

«Εκείνες τις ώρες επικρατούσε πλήρες χάος», διηγείται στο «Εθνος της Κυριακής» ο κ. Πλίτσης. «Δεν θα ξεχάσω τον υπασπιστή Παπαλάμπρου, ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε την ψυχραιμία να μας πει: "Παιδιά έχουμε πόλεμο, όλα θα πάνε καλά".

Ακολούθησαν μάχες σώμα με σώμα. Στο στρατόπεδο της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ), στο απέναντι ύψωμα, οι νεκροί και τραυματίες ήταν πολλοί.

Ακόμη και στην εκεχειρία, που υποτίθεται πως επιβλήθηκε στις 22 Ιουλίου, οι μάχες μαίνονταν. 
Θυμάμαι ένα περιστατικό, που ήμασταν στο στρατόπεδο και οι Τούρκοι πραγματοποιούσαν επίθεση. 

Μας έλεγαν οι προϊστάμενοί μας "Μη ρίχνετε". Κι αν δεν ήταν ένας λοχαγός, Αρώνης λεγόταν, να μας δώσει εντολή "Ανοίξατε πυρ", θα μας είχαν σφάξει σαν τα κοτόπουλα».
Στις 23 Ιουλίου, ο Λάμπρος Πλίτσης βρέθηκε με τον λόχο του στον Πενταδάκτυλο. 
Στον δρόμο -αν και εκεχειρία- τα αεροπλάνα των Τούρκων πετούσαν από πάνω τους. Εκεί έμειναν μέχρι τον δεύτερο Αττίλα...

«Ο πόλεμος ήταν καθημερινός. Εκεχειρία δεν τηρήθηκε. Τα πάντα ήταν προδομένα. 
Εμείς οι στρατιώτες δώσαμε την ψυχή μας για να κρατηθεί η Κύπρος.

«Πολλοί Κύπριοι μας υποδέχθηκαν καλά, άλλοι δεν μας ήθελαν. 
Μας βλέπανε σαν χουντικούς, σαν εμείς να φταίγαμε για τον Αττίλα. 
Εμείς τα μάθαμε και τα καταλάβαμε αυτά πολύ αργότερα, γιατί τότε ήταν τόσο μπερδεμένα όλα που δεν μπορούσαμε παρά να εκτελούμε τις εντολές των ανωτέρων μας».

Κι ενώ οι Τούρκοι είχαν πια καταλάβει το 1/3 της Μεγαλονήσου, οι Ελλαδίτες στρατιώτες συνέχιζαν να παρευρίσκονται στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Μαλούντα  
                      
Η σύλληψη

«Και τότε μου συνέβη αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Βρέθηκα στη Λευκωσία και έπεσα πάνω σε μια τουρκική περίπολο. Είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από τη σύλληψή μου στις 3 Σεπτεμβρίου του 1975. Ξύπνησα σε ένα μπουντρούμι με πρησμένο κεφάλι και πόδια. Αυτό ήταν. Εμεινα 14 μήνες και 22 μέρες... Και να σκεφτείτε πως σε 3 μήνες θα απολυόμουν».

Ο Πλίτσης ήταν σε πλήρη απομόνωση κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του. Δύο φρουροί βρίσκονταν μονίμως έξω από την πόρτα του κελιού του, ενώ δεν επιτρεπόταν να έρχεται σε επαφή με κανέναν. 

Κατά τις μετακινήσεις του, του φορούσαν κουκούλα.
«Εμαθα αργότερα ότι ήμουν στην τουρκική φυλακή στο μικρό Καϊμακλί, που στα ελληνικά λέγεται Ομορφίτα. Κανείς δεν ήξερε πού ήμουν. Οι στρατιωτικοί της ΕΛΔΥΚ ρωτούσαν για μένα, αλλά οι τουρκικές Αρχές δεν τους έδιναν καμία πληροφορία», λέει.

AΠOΠEIPA AΠOΔPAΣHΣ

Aπέτυχε, αλλά έγινε γνωστή η αιχμαλωσία του
«Εγώ στην απομόνωση δεν έβλεπα την ώρα να δω την ελληνική σημαία, τα ελεύθερα χώματα. Τι κι αν πέθαινα; Ετσι κι αλλιώς ήμουν νεκρός. Εβαλα λοιπόν μπροστά το σχέδιο της απόδρασής μου. 

Το έπαιξα λίγο τρελός -για παράδειγμα έπαιζα ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα- και τελικά κατάφερα να αποδράσω με ένα πιρούνι. Μια ολόκληρη διμοιρία με ακολούθησε. Εφτασα στο σημείο που έβλεπα την ελληνική σημαία. Αλλά δεν τα κατάφερα να περάσω. Ο τουρκικός στρατός με βρήκε λιπόθυμο το πρωί και με συνέλαβε ξανά». 

Η απόπειρα απόδρασης του Λάμπρου Πλίτση έκανε ωστόσο γνωστή την κράτησή του στα κατεχόμενα και αποδείχθηκε σωτήρια. Επιτέλους, μαθεύτηκε πως στις τουρκικές φυλακές υπήρχε ένας Ελληνας, που κρατείτο αιχμάλωτος. 

Τότε άρχισαν οι κινήσεις για την απελευθέρωσή του. «Πέρασα στρατοδικείο και οι Τούρκοι με καταδίκασαν για κατασκοπεία ακριβώς τις ημέρες που ήμουν αιχμάλωτος. Οταν έφτασα στην ελεύθερη Κύπρο, δεν το πίστευα πια... Δεν πίστευα καν ότι είχα μείνει ζωντανός», μας λέει.

TO ΠAPAΠONO

«H ελληνική πολιτεία δεν μου αναγνώρισε ότι πολέμησα»

Απελευθερωθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1976 και τον Νοέμβριο, ο Λάμπρος Πλίτσης κατάφερε επιτέλους να γυρίσει στην Ελλάδα. «Η ελληνική Πολιτεία δεν πλήρωνε ούτε ένα εισιτήριο για να... πάρει πίσω τον αιχμάλωτό της, έναν άνθρωπο από αυτούς που πολέμησαν για τα ελληνικά χώματα.

Κι όχι μόνο αυτό, όταν γύρισα στην Ελλάδα πέρασα και στρατοδικείο, γιατί με είχαν κηρύξει λιποτάκτη. Η αιτία ήταν ότι, πριν συλληφθώ, απέμεναν 3 μήνες θητείας που δεν είχα περάσει. Τελικά, τους έκανα κι αυτούς, αθωώθηκα φυσικά και από το στρατοδικείο», τονίζει.

Οταν επέστρεψε στη Λάρισα, ο Λάμπρος προσπάθησε να ξεχάσει. Εφτιαξε τη δική του οικογένεια, απέκτησε 3 παιδιά και ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο που τόσο αγαπούσε - ξάδερφός του είναι ο πολύ γνωστός τερματοφύλακας Γιώργος Πλίτσης.

Στην Κύπρο δεν ξαναπήγε ποτέ, λίγο από φόβο, λίγο λόγω συγκυριών. Ομως, όπως μας λέει, το μυαλό του είναι πάντα εκεί. «Η ελληνική Πολιτεία δεν μου έχει αναγνωρίσει ότι πολέμησα, ότι αιχμαλωτίστηκα, ότι έδωσα -όπως και τόσοι άλλοι- τα πάντα για την πατρίδα μου...

Οσοι όμως γυρίσαμε ζωντανοί, πάντα θα είμαστε ‘’εκεί’’, γιατί ‘’εκεί’’ χάσαμε φίλους, είδαμε ματωμένους τους συντρόφους μας... Πιστεύω ότι κάποιοι από τους αγνοούμενους είναι ακόμη ζωντανοί και ελπίζω σύντομα να έρθουν πίσω. Οσο για μένα, ποτέ δεν μετάνιωσα για τα όσα έκανα, για τα όσα πρόσφερα, για τα όσα διακινδύνευσα... Αν χρειαζόταν, θα τα έκανα ξανά όλα από την αρχή...».


 Της ΜΑΡΙΑ ΨΑΡΑ




ΠΗΓΗ. chalarisargiris